Θρίαμβος με εξήγηση

Θρίαμβος λοιπόν. Αθλητικός, για να μην τρελαίνονται και οι διανοούμενοι και μόνοι έξυπνοι τούτου του τόπου που προσπαθούν να βάλουν μυαλό σε όλους εμάς. Αλλά είπαμε, εμείς στο γαλάζιο συννεφάκι μας. Πώς προέκυψε θρίαμβος από εκεί που ήμασταν στη μαύρη την πλερέζα (η οποία τραβάει και ζέστη καλοκαιριάτικα);

Ας πάμε πρώτα στον προπονητή. Ο Φερνάντο Σάντος δεν είναι προπονητάρα. Είναι, όμως, ένας πραγματικός προπονητής με πίστη στη δουλειά της προπόνησης, καλός τεχνικός από αυτούς που το μάτι τους «κόβει» στη διάρκεια του αγώνα, ικανός ψυχολόγος τόσο που έχει καταφέρει να «δέσει» τόσο διαφορετικούς, εκρηκτικούς, απαιτητικούς, δύστροπους και δύσκολους χαρακτήρες. Δεν ήταν ποτέ ο καρπουζάς του Εστορίλ όπως κατά καιρούς λένε ή γράφουν διάφοροι Ελληνάρες Αλέφαντοι. Δεν είναι ούτε στην πρώτη δεκάδα προπονητών παγκοσμίως όπως μετά από κάθε επιτυχία της Εθνικής ομάδας αφήνουν να εννοηθεί οι γνωστοί υπερβάλλοντες Ελληνάρες.

Ο Σάντος, λοιπόν, βρέθηκε μπροστά σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και μάλιστα με το πιστόλι στον κρόταφο. Είχε ένα ματς που χρειάζονταν μόνο νίκη απέναντι σε ομάδα με παικταράδες. Είχε –από την αρχή του τουρνουά- να αντιμετωπίσει τον ανέτοιμο Μήτρογλου (πληρώνοντας το λάθος του να μην πάρει έναν εκ των Αθανασιάδη, Παπαδόπουλου), την τιμωρία του Κατσουράνη, μα κυρίως τη δυσπιστία της συντριπτικής πλειοψηφίας Ελλήνων και ξένων για τις ικανότητες αυτή της Εθνικής. Φανερά το 4-1-4-1 με ένα αμυντικό χαφ που στην ουσία δεν ήταν καν «εξάρι» αλλά αυτό που λέμε «σύρτης» μπροστά από τα δύο στόπερ, δεν έβγαινε. Πάρα πολλοί ισχυρίζονται ότι δεν έβγαινε λόγω Κατσουράνη. Και ότι η μεγαλύτερη ευλογία για την Ελλάδα στο ματς με την Ακτή Ελεφαντοστού ήταν η αναγκαστική απουσία του Κατσουράνη. Ξέρετε με τους γνωστούς χαρακτηρισμούς. Του νταβατζή, του περιπατητή, του ανακατωσούρα, του μπήξε και του δείξε. Επίσης πολλοί μιλούν για σπάνια τύχη της Ελλάδας με τον τραυματισμό του Κονέ που έφερε στην ενδεκάδα τον Σάμαρη, ξεχνώντας ότι οι 9 στους 10 προπονητές θα έβαζαν τον πιο έμπειρο Τζιόλη. Γενικώς νομίζω ότι δεν έγινε πραγματικά κατανοητό τι έφερε την αλλαγή εικόνας της Εθνικής.

Τι έκανε ο Σάντος; Κατ’ αρχάς τόλμησε. Έβαλε στην 11άδα τον Χριστοδουλόπουλο, προσθέτοντας έναν παίκτη με σπάνια για το ρόστερ της Εθνικής χαρακτηριστικά με ικανότητα στο ένας με έναν και κυρίως με καλό τρέξιμο με τη μπάλα αλλά και βοήθειες στα μετόπισθεν για να πάρει βοήθειες ο Χολέμπας. Επίσης δεν χρησιμοποίησε τον φιλότιμο μεν, εκτός κλίματος ομάδας Γκέκα αλλά έβαλε στην κορυφή τον Σαμαρά χρησιμοποιώντας ουσιαστικά ένα «ψευτοεννιάρι» για να βοηθάει στις σπόντες (όπως έγινε στο 1-0). Συν τοις άλλοις έβαλε πιο πίσω τον Μανιάτη για να εκμεταλλευτεί περισσότερο τα τρεξίματα και την πίεση του στη μπάλα. Το βασικότερο όλων, όμως, ήταν ότι ο Σάντος είδε μέσα στο παιχνίδι την ανάγκη να γυρίσει τούμπα το τρίγωνο στον άξονα των χαφ και να παίξουμε πια ένα καθαρό 4-3-3 με δύο αμυντικά χαφ και ελεύθερο τον Καραγκούνη. Τούτο συνέβη μετά το 30ο λεπτό και αφού ο Σάμαρης πήγε λίγο πιο πίσω παίζοντας δίπλα στον Μανιάτη. Η Εθνική κέρδισε πίεση στη μπάλα, πρέσαρε και κυνήγησε τις φάσεις ενώ παράλληλα το δίδυμο των Μανιάτη, Σάμαρη – «δεμένο» από τον Ολυμπιακό- εξουδετέρωσε τον Τουρέ. Ίσως με τον Κονέ να μην λειτουργούσε έτσι. Ίσως πάλι ο Σάντος να έκανε κάτι άλλο με τον Κονέ εντός ενδεκάδας, οπισθοχωρώντας σαν «8άρι» τον Λάζαρο και περνώντας στα άκρα τον Κονέ. Με «ίσως» δεν πάμε πουθενά.

Πέραν του Σάντος, στο συγκεκριμένο παιχνίδι μέτρησε το «θέλω» των παικτών. Είχαν πάλι αυτή την αίσθηση, όπως και σε παιχνίδια του Euro της Πορτογαλίας ή στον αγώνα με τη Ρωσία ή ακόμα και στο ματς με τη Γερμανία στο Euro του 2012 και ας μην μας βγήκε. Την αίσθηση ότι «τους έχουμε». Όντως βόλεψε ο αντίπαλος. Τα είχαμε αναφέρει για την Ακτή Ελεφαντοστού. Σπουδαίοι παίκτες αλλά όχι καλό σύνολο και ένας προπονητής δίχως εμπειρία, δίχως διάθεση ρίσκου, δίχως αντίληψη να κατανοήσει τις ανάγκες των αγώνων όταν αυτοί «στράβωναν». Ακόμα και με την Ιαπωνία που έγινε ανατροπή, έκανε κάτι που θα κάναμε όλοι: διόρθωσε το σφάλμα του να κρατήσει εκτός 11άδας τον Ντρογκμπά και τον χρησιμοποίησε αλλάζοντας το σύστημα σε 4-4-2.

Οι παίκτες της Εθνικής, λοιπόν, μπήκαν στη λογική ότι είναι στα μέτρα τους ο αγώνας. Και επειδή η ψυχολογία των παικτών μας ευτυχώς ή δυστυχώς έτσι λειτουργεί, οι δύο αναγκαστικές αλλαγές στο πρώτο 25λεπτο δημιούργησαν ακόμα μεγαλύτερη εγρήγορση. Όλοι έδωσαν «κλικ» παραπάνω από τις προηγούμενες εμφανίσεις τους (με πιο τρανό παράδειγμα τον Χολέμπας), έβγαλαν περισσότερα και ποιοτικότερα τρεξίματα, είχαν διάθεση να παίξουν, να νικήσουν στα ίσα τους Αφρικανούς. Με τετράδα άμυνας που υπέπεσε σε ελάχιστα λάθη, με αμυντικά χαφ που όχι απλά απορροφούσαν μεγάλη πίεση αλλά άσκησαν επιθετικό πρέσινγκ κλέβοντας ψηλά τη μπάλα, με τον Καραγκούνη να ανεβοκατεβάζει το τέμπο ανάλογα με το συμφέρον της ομάδας, με τον Σαλπιγγίδη να δίνει τις μάχες του και τους Χριστοδουλόπουλο, Σαμαρά να τρέχουν τους αντιπάλους, αυτό το ματς δεν χάνονταν. Θα χάνονταν η πρόκριση λόγω ατυχίας με τα δοκάρια και κάποιων βιαστικών επιλογών στην τελική πάσα ή στην τελική επιλογή.

Ευτυχώς οι αντίπαλοί μας ήταν Αφρικανοί. Δεν είχαν δηλαδή την ψυχραιμία και τη συγκέντρωση των Ευρωπαίων ή τη λύσσα των Λατινοαμερικάνων, να μας κρατήσουν μακριά από τα καρέ τους στα τελευταία λεπτά. Και βέβαια το πέναλτι που κάνουν (και είναι 100% γι’ αυτό και κανείς από την Ακτή δεν διαμαρτυρήθηκε) είναι αποτέλεσμα του πανικού τους. Όπως και η φάση απ’ όπου ξεκινάνε όλα όταν βγαίνουν στην αντεπίθεση τρεις με δύο αλλά η επιλογή τους μπροστά σε Σάμαρη, Μανιάτη είναι τραγική, ενώ αφήνουν τον Παπασταθόπουλο να τρέξει 30 μέτρα ανενόχλητος.

Ήταν μια από τις κορυφαίες εμφανίσεις της Εθνικής σε τέτοιο επίπεδο. Ίσως η κορυφαία. Αλλά προς Θεού ας αφήσουμε ήσυχο το έπος του 2004 και ας μην γινόμαστε βλάσφημοι. Αυτά τα πράγματα έγιναν μια φορά και είναι αξεπέραστα.

Προκρίθηκε η δεύτερη καλύτερη ομάδα του ομίλου απόλυτα δίκαια. Και τώρα βρίσκει απέναντί της την έκπληξη της φετινής διοργάνωσης, την Κόστα Ρίκα, τη Χρυσή Ακτή δηλαδή (πάλι Ακτή στο δρόμο μας). Όλοι μιλούν για σπάνια ευκαιρία πρόκρισης, ξεχνώντας μάλλον ότι η Κόστα Ρίκα νίκησε Ουρουγουάη, Ιταλία και εάν θα μπορούσε με πολλές αλλαγές να κερδίσει και την Αγγλία. Η Ελλάδα ασφαλώς μπορεί να προκριθεί γιατί η φανέλα της μετράει πολύ και γιατί σπάνια βρίσκει κανείς τέτοιο σύνολο, τέτοια ομάδα με όλη τη σημασία της λέξης. Ναι, με τα στραβά της, με τις αδυναμίες της. Αλλά είναι ομάδα και όχι παραλίες. Και πάει κόντρα στην πλειοψηφία που δεν τη γουστάρει, την αποδοκιμάζει στο γήπεδο, την κατακεραυνώνει διεθνώς. Αν τολμάει τώρα η Ελεονώρα (μια είναι…) ας ξαναβάλει στοίχημα ότι σε περίπτωσης πρόκρισης θα βγει με μπραζίλιαν!

Be Sociable, Share!