Ξενυχτώντας για να κράξουμε

DietΑνεπανάληπτος λαός. Μοναδικός. Είμαστε. Εμείς οι Έλληνες ντε. Οι πιο πολλοί τα ξέρουμε όλα. Από την πολιτική μέχρι την ιατρική και από την παιδεία μέχρι το μπάντμιντον. Τρία ετήσια βραβεία που δύσκολα θα μας γλιστρούσαν παγκοσμίως θα ήταν ο ωχαδερφισμός, ο ξερωλισμός και η γκρίνια. Στην Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου βρίσκουν και τα τρία στοιχεία εφαρμογή.

Μέχρι την έκρηξη των ιδιωτικών ραδιοφώνων στην Ελλάδα, όλα κυλούσαν ομαλά. Οι αθλητικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί κατά βάση έδωσαν λόγο στη γκρίνια και στον ξερωλισμό. Με τα μηνύματα που διάβαζαν στον «αέρα». Μετά ήρθε το Ίντερνετ. Η χαρά του Έλληνα. Και τέλος τα social media, κάτι που εάν δεν υπήρχε θα έπρεπε να βρεθεί μόνο για εμάς, τους Έλληνες. Γουστάρουμε την… επανάσταση μέσω Facebook και Twitter. Είναι τα μέσα που έλειπαν από τη ζωή μας. Όλα τα υπόλοιπα τα έχουμε λύσει.

Δυστυχώς δεν υπήρχαν το 2004 στο Euro. Θα είχαμε γελάσει μέχρι δακρύων με όσα θα γράφονταν για την Εθνική. Και φυσικά μην περιμένετε να έβγαιναν έξω στο δρόμο για πανηγυρισμούς οι Έλληνες. Θα τα είχαμε λύσει μέσω Facebook και Twitter. Τώρα που το σκέφτομαι ανατριχιάζω και μόνο στην ιδέα να υπήρχαν τότε όλα αυτά. Τι θα γράφονταν…

Έβλεπα τα ξημερώματα όσα γράφονταν στα social media για την Ελλάδα και τους παίκτες της. Προσπαθούσα να σκεφτώ αυτό το target group των 15-45 ετών τι στο διάβολο έχει δει από ελληνικό ποδόσφαιρο και είναι τόσο αμείλικτο με την Εθνική.

Οι παλαιότεροι τα έχω ακούσει. Άπειρες ιστορίες για τον Δομάζο που τους περνούσε όλους, σταματούσε και μετά τους ξαναπερνούσε προτού σκοράρει, για τον Παπαϊωάννου που σκόραρε από παντού, για τον Λουκανίδη που μπορούσε να παίξει σε όλες τις θέσεις, για τον Κούδα που την πάσα του δεν την ξανασυνάντησε το παγκόσμιο ποδόσφαιρο, για τον Δεληκάρη με πιο γλυκό πόδι και από του Μαραντόνα. Πρέπει εδώ να πούμε ότι εκείνη η φουρνιά για Χ λόγους πέτυχε μια πρόκριση όλη και όλη στο Euro του 1980 χωρίς να κάνει κάτι φοβερό. Και από τα όσα στιγμιότυπα έχω δει από τους αγώνες της τελικής φάσης, δεν μπορώ να γράψω ακριβώς ότι παίξαμε όμορφο ποδόσφαιρο.

Οι 30+ θυμούνται καλά την Εθνική στο Μουντιάλ. Φαντάζομαι θυμούνται και πώς έπαιζε στα προκριματικά και πώς έπαιξε στα τελικά. Ούτε θεαματικά, ούτε ωραία, ούτε καν ανεκτά τις περισσότερες φορές. Και στα τελικά συντριβές.

Οι κάτω των 30 και ειδικά οι κάτω των 25 πρέπει να έχουν πρώτες θύμησες από το 2004. Γκρίνια για το επίπεδο ποδοσφαίρου μας και τότε, γκρίνια και τώρα.

Φυσικά κατανοώ ότι οι σύγχρονες γενιές γνωρίζουν τα πάντα για το ισπανικό, το αγγλικό, το ιταλικό, το γερμανικό, το γαλλικό, ακόμα και το πορτογαλικό ποδόσφαιρο. Δεν χάνουν ματς. Όχι απλά ξέρουν τι φανέλες φοράει κάθε ομάδα αλλά μπορούν να σου πουν τα καλά και τα αρνητικά στοιχεία του αριστερού μπακ της Λιβόρνο, εάν είναι γρήγορα τα στόπερ της Βαγιαδολίδ, εάν σκοράρει με το κεφάλι ο σέντερ φορ της Γουλβς, πόσο καλή ντρίμπλα έχει ο εξτρέμ της Άουγκσμπουργκ. Αυτό το βρίσκω όμορφο. Και αν μη τι άλλο εξέλιξη.

Επανέρχομαι στην αρχική απορία. Ακόμα και εάν βλέπουν μπαλάρα από τη Λεβάντε, τη Στόουκ, τη Σασουόλο, τη Μπράγκα, δεν σημαίνει ότι έχουν δει τέτοιου είδους ποδοσφαιρική παραγωγή με ελληνική σφραγίδα. Μην πει κανείς «μα ο Ολυμπιακός κόντρα στη Μπενφίκα, ο Παναθηναϊκός κόντρα στη Ρόμα -και άλλα τέτοια- έπαιξαν καθηλωτικό ποδόσφαιρο», γιατί θα τους βάλω να μετρήσουν πόσους ξένους είχε η ενδεκάδα των ελληνικών συλλόγων, τι ποιότητα είχαν οι ξένοι και εάν τέτοιου είδους εμφανίσεις είναι η εξαίρεση ή ο κανόνας.

Ορισμένες φορές μου δημιουργείται η αίσθηση για την Εθνική ποδοσφαίρου ότι πολλοί τη βλέπουν απλά για να ξεσπάσουν. Και το κάνουν με τέτοιο μένος που θυμίζει εκείνο που λέμε σαν πείραγμα για κάποιον που στο σπίτι του είναι Παναγία και κάπου αλλού που τον… παίρνει είναι θηρίο ανήμερο: «Τρώει την παντόφλα και μετά έρχεται εδώ και ξεσπάει». Το τηλεκοντρόλ υπάρχει για να κλείνεις την τηλεόραση, για να αλλάζεις κανάλι και κυρίως για να βλέπεις ό,τι γουστάρεις. Εάν αυτό που βλέπεις δεν το γουστάρεις, γιατί το βλέπεις άνθρωπε; Τι είσαι, ελληνίδα νοικοκυρά που επειδή ντρέπεται να πει ότι της αρέσει η τούρκικη σειρά, επικαλείται την αστεία δικαιολογία «από περιέργεια έβαλα να το δω»;

Η Εθνική ομάδα δεν φταίει σε τίποτα να πληρώνει την αρνητική διάθεση για τη ζωή που ζούμε στην Ελλάδα έτσι όπως μας κατάντησαν και έτσι όπως εμείς καταντήσαμε. Το γράφω πρωτίστως για το δικό μας το συνάφι. Και μετά για τα μέλη της Εθνικής.

Εμείς οι ρεπορταραίοι, οι ξυπνητζήδες αρθρογράφοι, είμαστε οι πρώτοι ξερόλες. Πολλοί κρίνουμε ένα παιχνίδι βάσει φιλιών ή γνωριμιών με παίκτες και μανατζαρέους. Πολλοί ξεκινάμε το χορό της ξερωλίασης μέσα από τα social media. Εάν γουστάρουμε την Εθνική περιμένουμε να κάνει μια επιτυχία για να γράψουμε κάτι ξυπνητζίδικο και να την… πούμε στους άλλους. Εάν δεν γουστάρουμε την Εθνική περιμένουμε να αποτύχει για να γράψουμε κάτι ξυπνητζίδικο και να την… πούμε στους άλλους. Το ίδιο συνέβη και με το επεισόδιο Τζαβέλα – Μανιάτη. Του σχόλιου το κάγκελο έγινε. Ξεχάσαμε όμως όλοι εμείς οι του χώρου ότι στα ρεπορτάζ των ομάδων σπεύδουμε να τα «πνίξουμε» τα επεισόδια ή έστω να τα ωραιοποιήσουμε. Ρωτήστε να σας πουν τι συνέβαινε στου Ρέντη και στην Παιανία -ή στο Κορωπί- με τα επεισόδια. Και σε χρονιές σούπερ επιτυχημένες. Έχει πέσει μπουνιά σύννεφο.

Από την άλλη τα μέλη της Εθνικής ποτισμένα με όλα τα χαρακτηριστικά του Έλληνα, πατούν πάνω στις δάφνες του 2004 αλλά και των προκρίσεων στις τελικές φάσεις των Euro 2008, 2012 και των Μουντιάλ του 2010 και του 2014. Δημιουργούν έτσι μια παράλογη ασπίδα όποτε δέχονται ήπια ή σκληρή ή άδικη κριτική, με κεντρικό άξονα του συλλογισμού «δεν έχουμε να αποδείξουμε τίποτα σε κανέναν».

Η πιο πετυχημένη Εθνική Ελλάδας ποδοσφαίρου ever είναι αυτή της τελευταίας δεκαετίας. Τελεία και παύλα. Λυπάμαι πραγματικά και ως Έλληνας και ως ποδοσφαιρόφιλος και ως άνθρωπος που έζησε στην πρώτη γραμμή το θρίαμβο του 2004 γιατί όλοι μας την κάνουμε σαν τα μούτρα μας. Τσιφλίκι μας, παιχνίδι μας. Δικαίωμα στην κριτική έχουν όλοι. Αλλά να ξέρουμε τι κριτικάρουμε, έτσι;

Λυπάμαι περισσότερο που μετά από μια σπουδαία εμφάνιση –και από τακτικής πλευράς- έγραψα 910 λέξεις χωρίς να αναφέρω τίποτα σχετικό. Για τα μάτια που γυάλιζαν, για τη διαχείριση του Σάντος μετά την αποβολή. Για τον Καρνέζη που είναι ο πιο σταθερός Έλληνας τερματοφύλακας στη μετά Νικοπολίδη εποχή. Για τον Τοροσίδη που έχει εξελιχθεί σε μπακ κορυφαίου επιπέδου με άριστη ισορροπία σε άμυνα και επίθεση. Για τον Μανωλά που η ταχύτητά του σπανίζει σε διεθνές επίπεδο. Για τον Παπασταθόπουλο που είναι πια στόπερ μόνο για τα σαλόνια. Για τον Χολέμπας που μπορεί να μπάζει αμυντικά, αλλά οργανωτικά βοηθάει πολύ. Για τον Μανιάτη που έτρεχε για τρεις και βρίσκονταν σε χρόνο dt από τη μία πλευρά στην άλλη. Για τον Κονέ που ωρίμασε στην Ιταλία σε μια ομάδα η οποία τον έχρισε ηγέτη της. Για τον Καραγκούνη που έφτασε τα 37 αλλά κανείς δεν τολμάει να πει «έχει ξοφλήσει», βλέποντάς τον σε τέτοια ειδικών συνθηκών ματς. Για τον Σαμαρά που ξέρει να παίζει και άμυνα και το απέδειξε. Για τον Γκέκα που θύμισε τον παλιό καλό εαυτό του. Θα έγραφα και για τη δουλειά του Κατσουράνη πάνω στον Χόντα, αλλά θα ρίξω νερό στο μύλο ορισμένων και δεν θα το κάνω.

Η Ιαπωνία ήταν αυτό που είχε γραφτεί μετά το ματς με την Ακτή. Πολύ τρέξιμο, λίγο σκέψη. Από το 83’ και μετά ξεκίνησαν οι αθεόφοβοι να παίζουν από τα πλάγια για να ανοίξουν την αντίπαλη άμυνα που λογικά είχε κλειστεί παίζοντας με παίκτη λιγότερο. Και φυσικά τότε δημιούργησαν τις δύο ευκαιρίες τους.

Η Ελλάδα μπορεί να προκριθεί και θα συμβεί εάν επαναλάβει την εμφάνιση κόντρα στην Ιαπωνία. Αρκεί να παίξει με 11 παίκτες σε όλο το ματς. Και φυσικά θα είναι επιτυχία. Εάν νομίζετε το αντίθετο, ρωτήστε κάποιον γνωστό σας Ισπανό, Άγγλο (και κρατηθείτε γιατί μέχρι να παίξει η Εθνική μας το τρίτο ματς η λίστα των φευγάτων θα μεγαλώσει).

Be Sociable, Share!