And the Oscar goes to…

Κριτήριο για να καταλάβεις ότι αρχίζεις να μεγαλώνεις: βλέπεις παλαίμαχους ποδοσφαιριστές και αναπολείς τις στιγμές που… τσούλαγαν τη μπαλίτσα! Στα 17 χρόνια στο χώρο έχω ακούσει ιστορίες από παλαιούς ρεπόρτερ Παναθηναϊκού για τον Δομάζο, τον Λουκανίδη, τον Ελευθεράκη, τον Γραμμό, τον Αντωνιάδη, τον Καμάρα, τον Αλβάρεζ. Πάντα συνοδευόμενα με διάφορα κοσμητικά επίθετα και σίγουρα με εκφράσεις του στυλ «αυτόν δεν τον σταματούσε κανείς, εάν έπαιζε σήμερα θα αγωνίζονταν στη Μπαρτσελόνα». Η υπερβολή είναι στο πετσί μας. Και του Έλληνα, και του οπαδού, και του δημοσιογράφου βεβαίως – βεβαίως. Γι’ αυτό και η παρουσίαση του ποδοσφαιριστή Ρενέ Χένρικσεν που βίωσα ως ρεπόρτερ, θα γίνει με διάθεση να συμβαδίσω με τον αδαμάντινο χαρακτήρα του Δανού: δίχως υπερβολές και φανφάρες. Δεν το έχει ανάγκη άλλωστε η ποδοσφαιρική ιστορία ενός ξεχωριστού ανθρώπου. Σημασία έχει να το διαβάσουν οι σημερινοί 20άρηδες που δεν θα θυμούνται πολλά από τον Χένρικσεν.

15 χρόνια πριν ο Παναθηναϊκός «ψάρευε» στα μεταγραφικά δίχτυα του έναν έμπειρο και διεθνή με τη Δανία κεντρικό αμυντικό. Τον 30χρονο τότε Χένρικσεν. Ο ίδιος είχε αποκαλύψει σε προ δεκαετίας συνέντευξή του ότι τον είχε πείσει να έρθει στην Ελλάδα ο Γιάννης Βαρδινογιάννης! Όπως συνηθίζεται στην Ελλάδα η πρώτη εικόνα του δεν ενθουσίασε. Ακούγονταν διάφορες κριτικές… υψηλής ραπτικής. «Είναι αργός», «Είναι κοντός», «Δεν μπορεί να παίξει σύγχρονο ποδόσφαιρο». Πείραζαν σχεδόν τα πάντα πάνω του, εκτός ίσως από το ξανθό μαλλί του! Ευτυχώς για τον Χένρικσεν που δεν καταλάβαινε τίποτα απ’ όσα λέγονταν και γράφονταν γι’ αυτόν.

Ο Δανός έγινε γρήγορα ο ηγέτης της άμυνας του Παναθηναϊκού και ο πιο βασικός λόγος που οι Πράσινοι δεν είχαν ιδιαίτερη ανησυχία για τα μετόπισθεν. Η ευφυΐα του ανδρός δεν μπορούσε παρά να φαίνεται και στο γήπεδο. Η εξυπνάδα του Χένρικσεν τον οδηγούσε να καμουφλάρει με μοναδικό τρόπο τις «χτυπητές» εκ φύσεως αδυναμίες. Το «διάβασμα» των αντιπάλων και του παιχνιδιού τους ήταν σχεδόν πάντα το αντιστάθμισμα στα αργά πόδια του. Η σωστή τοποθέτηση στο γήπεδο αποτελούσε το αντίδοτο για την κορμοστασιά που δεν θύμιζε κεντρικό αμυντικό (μόλις 1,83 μ. ύψος και κορμί επιτελικού χαφ). Η -οριακή για να χαρακτηριστεί απάθεια- παροιμιώδης ηρεμία του εξόντωνε και τελικώς εξουδετέρωνε κάθε προσπάθεια αντιπάλου να τον βγάλει από τη συγκέντρωσή του στο παιχνίδι, παρότι δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε επικριθεί γιατί δεν βρίσκονταν στα… κάγκελα όπως συμπαίκτες του.

HENRIKSEN Χειρισμός μπάλας που παρέπεμπε σε ό,τι κορυφαίο βλέπετε από τα σύγχρονα στόπερ, καθοδήγηση των συμπαικτών του με χάρισμα μαέστρου, εμπειρία που όμοιά της έβρισκε κανείς μόνο σε κεντρικούς αμυντικούς ομάδων πρώτης ταχύτητας. Στην πραγματικότητα η θέση που ταίριαζε απόλυτα στον Χένρικσεν ήταν αυτή του λίμπερο κάτι που έγινε κατανοητό από τον Γιάννη Κυράστα και τον Άγγελο Αναστασιάδη. Γι’ αυτό σε πολλά ματς και κυρίως του Τσάμπιονς Λιγκ, ο Παναθηναϊκός έπαιζε με τρία στόπερ, έχοντας τον Δανό να δίνει το βάθος.

Και βέβαια σε εξωαγωνιστικό σκέλος ένας άνθρωπος που ουδέποτε δημιούργησε το παραμικρό πρόβλημα, απέφυγε ακόμα και υποψία λαϊκισμού και «κατάπιε» ησύχως ακόμα και μεγάλες πικρίες όπως ήταν ο αποκλεισμός του από την αποστολή του αγώνα – σφραγίδα της κατάκτησης του πρωταθλήματος το 2004 με τον Πανηλειακό στον Πύργο (πήγε μόνος του με το αυτοκίνητο!) ή ο χειρισμός ορισμένων καταστάσεων και συμπεριφορών στα αποδυτήρια.

Εάν ήθελες να καταλάβεις πολλά για το ποδόσφαιρο, ήταν στα… must (πώς το χειρίζεται το αγγλικόν!) να έχεις στον τηλεφωνικό κατάλογο του κινητού σου το τηλέφωνο του Ρενέ. Ένα έδειχνε ότι καταλάβαινε, δέκα έπιανε ο Δανός. Σπάνια περίπτωση.

Αφήστε δε που αρκετοί ποδοσφαιριστές του Παναθηναϊκού εκείνη την εξαετία του στο Τριφύλλι (1999-2005), θα έπρεπε να του είχαν κάνει από ένα δώρο. Ο λόγος; Όλοι δίπλα του έμοιαζαν –πολύ- καλύτεροι. Θυμάται κανείς την απότομη βελτίωση του Βόκολου; Ή μήπως του Γκούμα; Ακόμα και ο άβγαλτος πιτσιρικάς Κυργιάκος πήρε πάρα πολλά από τον Χένρικσεν.

Στα 36 του, το 2005, γύρισε στην πατρίδα του για να κλείσει την καριέρα του στην αγαπημένη του ΑΒ και αφού έκανε πράξη το τελευταίο ποδοσφαιρικό όνειρό του, «κρέμασε τα παπούτσια του» στα 37. Έκτοτε αφιερώθηκε στα δύο παιδιά του και στον… μαραθώνιο. Στη Δανία έχει πάρει μέρος σε τρεις τέτοιους. Είπαμε δεν είχε έκρηξη και ταχύτητα, αλλά από αντοχές μια χαρά τα πήγαινε!

Το 2009 ο Παναθηναϊκός του χτύπησε δεύτερη φορά την πόρτα. Αυτή τη φορά για να τον επαναφέρει στα ποδοσφαιρικά γήπεδα. Όχι ως παίκτη ασφαλώς, αλλά ως σκάουτ. Δελεάστηκε από το project και την προοπτική ο Χένρικσεν και είπε σύντομα το «ναι». Στον περίπου 1,5 χρόνο συνεργασίας του με τους Πράσινους για θέματα της σκανδιναβικής αγοράς, ελάχιστα έχουν να θυμούνται στην ΠΑΕ. Ο Χένρικσεν δύσκολα πρότεινε παίκτες. Ίσως επειδή είχε υψηλά κριτήρια. Χρεώνεται την επιλογή του Ματίας Μπιάρσμιρ, αν και τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι. Ο Δανός δεν ήταν αυτός που πρότεινε τον Μπιάρσμιρ, αλλά αυτός που κλήθηκε να τον παρακολουθήσει δια ζώσης και να δώσει την αναφορά του. Αν κάτι πρέπει να χρεωθεί ο Ρενέ, αυτό είναι η θετική εισήγηση που έκανε, διανθισμένη από την αισιόδοξη κρίση ότι ο Σουηδός θα μπορούσε να γίνει ηγέτης στην άμυνα του Παναθηναϊκού. Πέρασε και δεν κόλλησε, που λένε.

Κάτι περισσότερο από έξι μήνες μετά τη λύση της συνεργασίας του με τον Παναθηναϊκό, οι Πράσινοι απευθύνθηκαν στον Χένρικσεν για τρίτη φορά, για τρίτη διαφορετική μορφή συνεργασίας! Ήταν ο τότε πρόεδρος του Τριφυλλιού, Δημήτρης Γόντικας που του έκανε πρόταση να αναλάβει τεχνικός διευθυντής της ομάδας το καλοκαίρι του 2011. Ο Χένρικσεν ανέκαθεν έβαζε πάνω απ’ όλα την οικογένειά του. Αρνήθηκε ευγενικά, εξηγώντας ότι τα δύο παιδιά του πηγαίνουν σχολείο στη Δανία και θα ήταν πρακτικά αδύνατο να μετακομίσουν οικογενειακώς στην Ελλάδα. Για δική του μοναχική μετεγκατάσταση ούτε που το σκέφτηκε.

Η τέταρτη είναι σχεδόν τελειωμένη υπόθεση. Ο Χένρικσεν ετοιμάζεται να επανενταχθεί στο τιμ του σκάουτινγκ. Όσοι από τον Παναθηναϊκό μίλησαν μαζί του σίγουρα θα εκτίμησαν τις σφαιρικές ποδοσφαιρικές αναλύσεις του. Φαντάζομαι ότι θα είχε πολλά να μάθει ο Γιάννης Αλαφούζος περί όσων παρακολουθούσε στο χορτάρι την Κυριακή στη Λεωφόρο, εάν η συζήτηση με τον διπλανά καθήμενο του, Χένρικσεν περιστράφηκε γύρω από το ποδόσφαιρο.

Ως bonus track που λένε και στα CD, στο άρθρο συμπεριλαμβάνεται και μια συνέντευξη που μου παραχώρησε ο Χένρικσεν πριν από 13 χρόνια και 3 ημέρες στην «Αθλητική Ηχώ» (απ’ όπου και η κεντρική φωτογραφία του άρθρου). Το «άλογο» (όπως ήταν το παρατσούκλι του στη Δανία) ήταν σε όλα του για ποδοσφαιρικό Όσκαρ. Του το ‘δωσα και το διατήρησε στη συλλογή του (αν και το πιθανότερο είναι ότι έμεινε σε κάποια κούτα στη μετακόμιση στη Δανία ή κατέληξε ως παιχνίδι στα παιδιά του)! Το άξιζε. Όπως άξιζε και την αποθέωση του κόσμου στη Λεωφόρο μόλις έκανε την εμφάνισή του. Είπαμε οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο!

 

Be Sociable, Share!