Ελθέτω η βασιλεία σου

striscione_maradona_napoli_pescara_2007«Το ποδόσφαιρο είναι το όπιο των λαών». Σαφώς. Ελέχθη και ουδείς μπορεί επαρκώς να επιχειρηματολογήσει για να το αμφισβητήσει. Σε μια γενικότερη θεώρηση, τα πλέον λαοφιλή και εμπορικά αθλήματα παγκοσμίως, το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ (άλλοι προσθέτουν και τη Formula 1) γεννούν ήρωες, βασιλιάδες, θεούς.

Πρέπει να πάμε γενιές πίσω από τη δική μου των 35άρηδων για να βρούμε θαρρώ τον πρώτο αθλητή που άλλαξε τη ρότα ενός λαού, αν όχι τη ρότα ενός ολόκληρου ποδοσφαιρικού γίγνεσθαι. Διόλου συμπτωματικά ήταν ο πρώτος που έγινε ευρέως γνωστό το παρατσούκλι «βασιλιάς» που κόλλησαν δίπλα στο όνομά του: Πελέ. Δυστυχώς περιοριζόμαστε στη γνώση μέσα από επιλεγμένα στιγμιότυπα που κυκλοφορούν σε dvd, βιντεοκασέτες (για μας τους… αρχαίους). Όπως συμβαίνει πάντοτε σε αυτές τις περιπτώσεις, ο μύθος δυναμώνει χάρη στην έλλειψη όσο το δυνατόν πιο επαρκών αποδείξεων. Αλλά τι μπορεί να γράψει κανείς για τον Πελέ των 1.000 γκολ στην καριέρα του, των τριών Παγκοσμίων Κυπέλλων, της ανάδειξης ως κορυφαίου ποδοσφαιριστή του αιώνα από τη FIFA; Ίσως αξίζουν περισσότερο απ’ όλα τα λόγια ενός «ζωγράφου» της μπάλας, του Γιόχαν Κρόιφ: «Ο Πελέ ήταν ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που ξεπέρασε το όριο της λογικής». Σημάδεψε την εικοσαετία από τα μέσα του ’50 έως τα μέσα του ’70. Απολύτως φυσιολογικά υπήρξαν θρύλοι κανονικοί όλα αυτά τα χρόνια που κατέγραψε στο κοντέρ ο Πελέ. Από τον Πούσκας έως τον Εουσέμπιο και από τον Ντι Στέφανο μέχρι τον Γκαρίντσα και τον Τσάρλτον. Αλλά στην πραγματικότητα όλοι αυτοί ήταν η ενδυνάμωση του θρύλου του Πελέ, ο οποίος ήταν κορυφαίος των κορυφαίων της εποχής.

Τυχεροί, όμως, ηλικιακά γιατί προλάβαμε τον διάδοχο του «βασιλιά» Πελέ. Τον «Θεό» Μαραντόνα! Στην πραγματικότητα το άστρο του άρχισε να ανατέλλει όταν έδυε η καριέρα του Πελέ. Μεσουράνησε για μια δεκαετία, από τις αρχές του ’80 έως τις αρχές του ’90. Αν ο Πελέ πήρε τη Βραζιλία από το χέρι και την ανέβασε στα ύψη, ο Ντιέγκο έγινε ο Θεός μιας ολόκληρης πόλης. Με κανονικά εικονίσματα, προσευχές και όλα τα συναφή! Ό,τι συνέβη εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80 στη Νάπολι, δεν έχει προηγούμενο και ακόμα ούτε επόμενο, σε ευρωπαϊκή χώρα. Ο καταπιεσμένος «φτωχός» νότος της ιταλικής επικράτειας μπήκε στην ελίτ της ελίτ, κατακτώντας το σκουντέτο. Το χρώσταγε σε αυτόν τον απίθανο κοντοπίθαρο ηγέτη τσέπης από την Αργεντινή. Ναπολιτάνοι γράφουν ακόμα και σήμερα για το σαρωτικό πέρασμα του Ντιέγκο από την πόλη τους, αναφέροντας ότι «εάν δεν το έχει ζήσει κανείς είναι δύσκολο να περιγραφεί τι έκανε σε αυτή την πόλη ο Μαραντόνα». Το όνομά του δόθηκε στα περισσότερα παιδιά στην πόλη που γεννήθηκαν την επταετία 1984-1991. Κορυφαίος σε ψήφους ποδοσφαιριστής του 20ού αιώνα από τη FIFA (με ντρίμπλα της παγκόσμιας ομοσπονδίας για να πάρει το βραβείο και ο Πελέ…).

Την ίδια εποχή περίπου στην άλλη άκρη του Ατλαντικού σάρωνε με το πέρασμά του στα γήπεδα του μπάσκετ και της κορυφαίας λίγκας, του NBA, ο μοναδικός αθλητής τέτοιας εμβέλειας που λίγοι κράτησαν το όνομά του, πιστεύοντας ότι στην πραγματικότητα το μικρό του ήταν αυτό που του «κόλλησαν» κάποιοι βλέποντας τον να μαγεύει συμπαίκτες, αντιπάλους, πλήθη: Magic. Ναι, η αναφορά στον Έρβιν Τζόνσον, δηλαδή στον Μάτζικ Τζόνσον. Η μαγεία του; Έκανε όλους τους συμπαίκτες του να δείχνουν αστέρια! Έμεινε στην ιστορία για τις απίθανες ασίστ του. Άλλωστε κατέχει ακόμα το ρεκόρ καριέρας μέσου όρου ασίστ με 11,2 με πάνω από 10.000 ασίστ συνολικά! Ναι, ήταν η μετεξέλιξη του Ουίλτ Τσάμπερλεϊν, όπως λένε όσοι τον είχαν προλάβει. Ενισχυτικό του μύθου του Τζόνσον ήταν και οι επικές κόντρες των Λος Άντζελες Λέικερς, της ομάδας του, με τους Μπόστον Σέλτικς του Λάρι Μπερντ. Αλλά κάθε μύθος ενισχύεται από τη δυσκολία των εμποδίων που προσπερνά. Πέντε πρωταθλήματα, τρεις φορές κορυφαίος παίκτης, 12 All star game.

MICHAEL-JORDANΠαράλογα στη ροή της αθλητικής ιστορίας, δίχως ακόμα να δύσει ο μύθος του Τζόνσον, στο NBA άρχισε να… φυσάει δυνατός αέρας, ο οποίος εν τέλει σάρωσε σαν τυφώνας στο πέρασμά του: ο Air Μάικλ Τζόρνταν! Στα εφηβικά μου χρόνια θυμάμαι να ηχούν στα αυτιά μου άπειρες συζητήσεις με την παρέα για το δίλημμα Magic ή Air; Στα μάτια μου, ο «Μιχαλάκης» δεν ήταν απλά ένας τεράστιος παίκτης μπάσκετ NBA. Ήταν το ίδιο το μπάσκετ. Το περπάτημα του στον αέρα –εξ ου και το παρατσούκλι- έμοιαζε πέρα από την πραγματικότητα. Σου ‘δινε την αίσθηση ότι ο ίδιος είναι στη Σελήνη δίχως βαρύτητα και οι υπόλοιποι στη Γη. Οι Σικάγο Μπουλς απογειώθηκαν μαζί του. Το εμπορικό προϊόν NBA επένδυσε πάνω του και δεν έχασε: έβγαλε δισεκατομμύρια δολάρια. Έξι πρωταθλήματα, πέντε φορές κορυφαίος της σεζόν, 14 All star game, τρίτος σκόρερ στην ιστορία του θεσμού με τους αμυντικούς «κρεμασμένους» πάνω του.

Στο απόγειο της δόξας του Τζόρνταν, ένας Γάλλος κατακτούσε την Αγγλία. Μοιάζει σαν ανέκδοτο για τις χώρες με την αντιπαλότητα με παρελθόν αιώνων, όταν μοίραζαν τις χώρες, τις αποικίες και την επιρροή που θα είχαν. Ο Ερίκ Καντονά βαφτίζονταν βασιλιάς από τους οπαδούς της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ακριβώς γιατί ηγήθηκε μιας ολόκληρης προσπάθειας που έμελλε να εγκαθιδρύσει αυτοκρατορία στο Νησί. Λάθος ή σωστό για όσους έχουν ζήσει στους «Κόκκινους Διάβολους» ιερά τέρατα του παρελθόντος, αλλά ο Καντονά αναδείχθηκε κορυφαίος παίκτης στην ιστορία του συλλόγου από το επίσημο περιοδικό του συλλόγου.

Λίγο πριν είχε εμφανιστεί ο Μικρός Βούδας, ο Ρομπέρτο Μπάτζιο ο οποίος έκανε πράματα και θάματα στο ιταλικό ποδόσφαιρο, κυρίως για τη Γιουβέντους αλλά και για την εθνική Ιταλίας. Είναι ίσως ο  μόνος που λατρεύτηκε περισσότερο από ένα έθνος ολόκληρο παρά από το λαό μιας ομάδας. Ένας βιρτουόζος, ζωγράφος της μπάλας που ξεγλιστρούσε σαν χέλι ανάμεσα στους αμυντικούς και έκανε πάντα καλύτερους τους συμπαίκτες του, με εξαιρετικά χτυπήματα στημένων φάσεων που όμως σημαδεύτηκε από το χαμένο πέναλτι της Ιταλίας στον τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου με τη Βραζιλία το 1994.

Κατ’ εμέ υπήρξαν άλλοι παιχταράδες πολλοί ανώτεροι του Καντονά και του Μπάτζιο, αλλά δεν είχαν την τύχη να ανυψωθούν τόσο στα μάτια ενός λαού που να αγγίξουν το όριο του μύθου. Για παράδειγμα ο Ζινεντίν Ζιντάν. Ή παλαιότερα ο Μισέλ Πλατινί. Ασφαλώς το Φαινόμενο, ο Ρονάλντο ή στις μέρες μας ο Κριστιάνο Ρονάλντο. Ενδεχομένως ο Ροναλντίνιο, σίγουρα ο Μέσι.

Μα και προπονητές βαφτίστηκαν θεοί και βασιλιάδες, αλλάζοντας το ρου της ιστορίας συλλόγων, λατρεμένοι σαν θρησκεία. Εκατομμύρια άνθρωποι έχουν ακούσει για το κατενάτσιο, δίχως ίσως να γνωρίζουν ότι αυτό το σύστημα (η αλυσίδα, ελληνιστί) προήλθε από μια σειρά μετατροπές διαφόρων συστημάτων – και κυρίως του Ελβετού Ράπαν (απ’ όπου και η ονομασία του παλαιού θεσμού του Κυπέλλου Ράπαν)- τις οποίες έφερε στη δική του λογική και στα δικά του «πιστεύω» ο Χελένιο Χερέρα της Ίντερ. Η Ίντερ του Χερέρα έκανε σημαία της το σύστημα με το λίμπερο και τέσσερις αμυντικούς και στη δεκαετία του ’60 διέπρεψε. Όσο και να κατηγορήθηκε ή να έγινε προσπάθεια μείωσης της φιλοσοφίας, ο Χερέρα λατρεύτηκε από τους οπαδούς της Ίντερ διότι έβαλε τους Νερατζούρι στα τοπ κλαμπ της Ευρώπης με δύο σερί Πρωταθλητριών. Ο Χερέρα βάφτισε το κλισέ «12ος παίκτης» για τους φιλάθλους και ήταν από τους πρώτους προπονητές που μισήθηκαν τόσο για τη φιλοσοφία του ώστε να αποθεωθεί ο προπονητής της Σέλτικ από τον μύθο της Λίβερπουλ, Μπιλ Σάνκλι όταν οι Κέλτες νίκησαν την Ίντερ του Χερέρα στον τελικό του Πρωταθλητριών. «Έγινες αθάνατος γι’ αυτή τη νίκη», είπε ο Σάνκλι για τον Τζοκ Στιν. Οι  Άγγλοι μισούσαν το ποδόσφαιρο της Ίντερ. Μάλλον γιατί δεν κατάφεραν καν να το αντιγράψουν.

Πόσες φορές έχετε ακούσει για το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο της Ολλανδίας της δεκαετίας του ’70; Και όμως όλα ξεκίνησαν από τον σπουδαίο τεχνικό, Ρίνους Μίχελς, ο οποίος πήγε στον Άγιαξ τη δεκαετία του ’60 και πατώντας πάνω σε βήματα ενός άλλου μεγάλου πρωτοπόρου των πάγκων, του Βαλερί Λομπανόφσκι, έχτισε μια δική του φιλοσοφία, την οποία με τον καιρό εξέλιξε. Κατέληξε πια σε ένα καθαρό 4-3-3 με συνεχή κίνηση από όλους τους παίκτες, με συμμετοχή στην οργάνωση παιχνιδιού και από τους χαφ αλλά και από τα πλάγια μπακ, με εκμετάλλευση του πλάτους του γηπέδου, με ανελέητο πρέσινγκ των επιθετικών και των χαφ όταν χάνονταν η μπάλα, με τεχνητό οφσάιντ. Ο Μίχελς δεν γνώρισε απλά την αποθέωση από οπαδούς μιας ομάδας. Δημιούργησε μια ολόκληρη σχολή προπονητικής, την ολλανδική, η οποία μέχρι και σήμερα «πατάει» στις βασικές αρχές του. Τον αποθέωσε ο ίδιος ο κόσμος του ποδοσφαίρου.

Στη δική μας εποχή όλοι μιλούν για δύο εκπληκτικούς μάνατζερ πρώτα και μετά προπονητές, τον σερ Άλεξ Φέργκιουσον και τον Αρσέν Βενγκέρ. Οι οπαδοί της Γιουνάιτεντ και της Αρσεναλ πίνουν νερό στο όνομά τους. Και γνωρίζουν την αποθέωση. Λογικό. Πήραν από το χέρι αυτές τις ομάδες και τις πήγαν στον ταβάνι τους, στον ουρανό. Παρότι ως επισήμανση καταγράφω ότι προπονητικά κατάφεραν πολλά χωρίς πάντως να φέρουν επανάσταση στο χώρο. Όλοι βέβαια μιλούν για τον Special One, Ζοσέ Μουρίνιο, δίχως να μπορούν να εξηγήσουν εν πολλοίς γιατί παντού λατρεύτηκε και μισήθηκε με την ίδια δύναμη.

Γύρω από αυτούς τους θεούς του παγκόσμιου αθλητισμού, στην Ελλάδα κατά καιρούς λατρεύτηκε κόσμος και κοσμάκης. Ο Δομάζος, ο Σιδέρης, ο Παπαϊωάννου, ο Κούδας, ο Σαραβάκος, ο Αναστόπουλος, ο Μαύρος, ο Χατζηπαναγής, ο Ζάετς, ο Ντέταρι, ο Νικολαΐδης, ο Ζαγοράκης, ο Βαζέχα, ο Τζόρτζεβιτς μα και πιο πρόσφατα ο Ζιοβάνι, ο Ριβάλντο, ο Σισέ.

Σε επίπεδο ποδοσφαιρικού μύθου μάλλον ο Ντούσαν Μπάγεβιτς κάλυψε τα πάντα. Ως ποδοσφαιριστής αρχικά και κυρίως ως προπονητής μετά. Έχτισε ομάδες με τη σφραγίδα του. Την ΑΕΚ από τις αρχές έως τα μέσα της δεκαετίας του ’90, τον Ολυμπιακό μετά. Ναι, με διοικήσεις που του τα παρείχαν –σχεδόν- όλα. Αλλά και με μια προπονητική παρουσία πολύ δυνατή.

galis_euorbasket87Διαισθάνομαι ότι το μπάσκετ κέρδισε κατά κράτος στη χώρα μας τη μάχη της… προσωπολατρείας. Οι παλιοί έχουν να λένε για τον Αμερικάνο, τον Κολοκυθά. Ήρωες της εποχής με δημοφιλία… δημάρχου. Τη δεκαετία του ’80 η Ελλάδα βίωσε τον πρώτο κοινά αποδεκτό αθλητικό ήρωα της. Όποιον δεν έζησε την εποχή του Νίκου Γκάλη, δύσκολα μπορεί να κατανοήσει τι συνέβαινε τότε. Με Εθνική και Άρη. «Νέκρωναν» οι δρόμοι και όλοι μπροστά στις τηλεοράσεις. Για την ομάδα του Γκάλη. Αυτή που νίκησε τους γίγαντες «πλάβι», τους ογκόλιθους Ρώσους και έβγαλε από την αθλητική αφάνεια μια ολόκληρη χώρα. Ή την άλλη που πάλευε στα ίσα στα φάιναλ φορ του Πρωταθλητριών. Κατορθώματα που για το ελληνικό μπάσκετ έμοιαζαν όνειρα θερινής νυκτός. Ο Γκάλης ήταν φαινόμενο. Και σαν αυτόν δεν θα υπάρξει άλλος. Γιατί ήταν σύμβολο μιας άλλης εποχής, όπου δεν υπήρχε «βομβαρδισμός» από τηλεοράσεις ενώ το Ίντερνετ δεν είχε καν εφευρεθεί.

Η άνθηση του μπάσκετ από την έκρηξη της εποχής Γκάλη γέννησε αρκετά πρόσωπα που λατρεύτηκαν. Πρέλεβιτς, Πάσπαλι, Μποντιρόγκα αλλά και Έλληνες ηγέτες. Διαμαντίδης, Παπαλουκάς, Σπανούλης.

Μα η αλήθεια είναι ότι από την εποχή του Γκάλη ποτέ άλλοτε δεν βρέθηκε ένα πρόσωπο να καθίσει σε χρυσό θρόνο που του έφτιαξε ο λαός μιας ομάδας που σημάδεψε απόλυτα με το πέρασμά του. Έπρεπε να φτάσουμε στο βράδυ της Πέμπτης 20 Μαρτίου 2014 για να το βιώσουμε. Δεν είμαι σε θέση να κρίνω εάν ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς είναι ο κορυφαίος Ευρωπαίος προπονητής μπάσκετ. Κάποιοι π.χ. ονοματίζουν τον Ίβκοβιτς στην κορυφή. Ελάχιστη σημασία έχει. Αυτό που μετράει είναι ότι ο Σέρβος προπονητής υπέγραψε με χρυσά γράμματα και ανεξίτηλο μελάνι το όνομά του στην ιστορία του Παναθηναϊκού. Τον παρέλαβε ομάδα με έναν ευρωπαϊκό τίτλο και τον έφτασε στα έξι, μεταμορφώνοντάς τον στην καλύτερη ευρωπαϊκή ομάδα της δεκαετίας 2000-2009. Κατέκτησε 11 πρωταθλήματα σε 13 χρόνια. Έφτιαξε κάτι που όλοι ζήλεψαν: μια ομάδα που ήξερε να επιβάλει το δικό της μπάσκετ και να παίρνει αυτό που επιζητεί. Και εν τέλει κράτησε πολύ ψηλά τη σημαία του Παναθηναϊκού σε εξαιρετικά δύσκολα χρόνια για το σύλλογο σε ποδοσφαιρικό επίπεδο. Μια γενιά Παναθηναϊκών οπαδών κρατήθηκε χάρη κυρίως στα επιτεύγματα της ομάδας του «Γκαστόνε», όπως κάποιοι τόλμησαν κάποτε να χαρακτηρίσουν τον Ομπράντοβιτς ως δήθεν τυχερό.

Δεν μπορώ να κρίνω μπασκετικά τον Ομπράντοβιτς. Ούτε ως άνθρωπο. Έχω δει και ακούσει τα καλύτερα. Στο δικό μου φτωχό μυαλό ό,τι συνέβη το βράδυ της Πέμπτης (ξεχωριστά «μπράβο» σε όλους όσοι συνέθεσαν το υπέροχο σκηνικό) κατατάσσει τον υπέροχο αυτόν προπονητή, τον βασιλιά όπως έγραφε και το πανό, στο πάνθεον των αθλητικών ηρώων που σημάδεψαν με τη δουλειά και το ταλέντο τους μια ολόκληρη εποχή.

Be Sociable, Share!