Συγκρίνοντας τα ανόμοια (ιστορίες για εταιρίες λαϊκής βάσης)

Υπάρχουν ορισμένες αντιδράσεις τόσο κλασικά ελληνικές που θαρρώ πως μπορούμε να τις κατοχυρώσουμε για να έχουμε και μελλοντικά κέρδη! Για παράδειγμα στον αγώνα της Μπάγερν με τη Μπαρτσελόνα, οι μεν υποστηρικτές των Βαυαρών μιλούσαν για πέντε χέρια των Καταλανών μέσα στην περιοχή, οι δε υποστηρικτές των Μπλαουγκράνα για τρία άκυρα γκολ των Γερμανών. Στον αγώνα της Μπορούσια Ντόρτμουντ με τη Ρεάλ Μαδρίτης θυμηθήκαμε δύο πράγματα: ότι ο Παναθηναϊκός έχασε για τέσσερις ώρες -όπως «φωνάζει» εδώ και χρόνια ο Γιάτσεκ Γκμοχ που τον υπέδειξε τότε στους Πράσινους- το 2008 τον Ρόμπερτ Λεβαντόφσκι και πως η Ντόρτμουντ είναι το προφανές παράδειγμα ότι υπάρχει ελπίδα για το Τριφύλλι λόγω λαϊκής βάσης αλλά και για την ΑΕΚ αφού ο γερμανικός σύλλογος έχει γνωρίσει και αυτός τον υποβιβασμό. Είναι φοβερή η ιστορία της Ντόρτμουντ. Γλυκιά, παραμυθένια, ταξιδιάρικη. Αξίζει τον κόπο να βουτήξουμε μαζί και να περιπλανηθούμε. Μήπως και φτάσουμε τελικά στο συμπέρασμα εάν υπάρχει ελπίδα για Παναθηναϊκό και ΑΕΚ…

Σημαντικός σύλλογος και υπολογίσιμη δύναμη η Ντόρτμουντ στη Γερμανία ακόμα και τα παλιά χρόνια. Έκανε αίσθηση ο υποβιβασμός της το 1974. Ανέβηκε ξανά το 1976. Διδακτική εμπειρία. Την έκανε πιο δυνατή. Η δεκαετία του ’80 ήταν μάλλον μεταβατική γι’ αυτό που θα ακολουθούσε στα 90′s. Στα μέσα της δεκαετίας οι Κιτρινόμαυροι είχαν φτάσει σε σημείο να χτυπούν τα μεγαθήρια της Ευρώπης. Και τελικά το 1997 να νικούν τη Γιουβέντους και να κατακτούν το Τσάμπιονς Λιγκ! Όλοι μιλούσαν για ένα θαύμα.

Στην ανατολή του 21ου αιώνα στη Ντόρτμουντ έκαναν ένα βήμα μπροστά από όλους. Αποφάσισαν να ανοίξουν το μετοχολόγιο της εισαγμένης στο χρηματιστήριο εταιρίας, στον κόσμο! Εφάρμοσαν στον απόλυτο βαθμό τη λαϊκή βάση. Τι έβλεπαν και το έπραξαν; Στη σεζόν που είχε μόλις ολοκληρωθεί, η ομάδα είχε αποφύγει τον υποβιβασμό για μόλις πέντε βαθμούς. Το 1997 έμοιαζε πολύ μακρινό και στο Ντόρτμουντ αναζητούσαν ώθηση. Ο κόσμος που λάτρευε και λατρεύει τη Μπορούσια, γεμίζοντας το μεγαλύτερο γήπεδο της Γερμανίας και έκτο μεγαλύτερο στην Ευρώπη (με 80.000 θέσεις), θα «έβαζε πλάτη». Και έβαλε. Όχι απλά χρηματοδότησαν την προσπάθεια από το κομπόδεμά τους, αλλά έσπευσαν να βρουν σπόνσορες, να απευθυνθούν σε εταιρίες που δραστηριοποιούνταν στην πόλη, να ανεβάσουν το καμάρι της Βεστφαλίας.

Σε αντίθεση με τον Παναθηναϊκό, εκεί ο κόσμος πίστεψε στο εγχείρημα. Μόνο που τα λεφτά που συγκεντρώθηκαν έγιναν… καπνός εν ριπή οφθαλμού. 25 εκατ. ευρώ δόθηκαν στον Αμορόζο, 14,5 στον Ροσίτσκι, 10,5 στον Κόλερ! Τότε βέβαια δεν είπε κανείς κουβέντα. Άλλωστε το 2002 η Ντόρτμουντ στέφθηκε ξανά πρωταθλήτρια (με προπονητή τον νυν τεχνικό διευθυντή της Μπάγερν και παίκτη της Ντόρτμουντ το 1997 στην κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ, Ματίας Ζάμερ). Ουδείς έβλεπε το μοιραίο να έρχεται. Τα χρέη άρχισαν να δημιουργούνται και να καλπάζουν. Το 2003 η Μπάγερν δάνεισε σε μια από τις μεγαλύτερες αντιπάλους της, 2 εκατ. ευρώ προκειμένου να τη βοηθήσει να αποπληρώσει δόσεις δανείων! Ναι, καλά διαβάσατε. Το πιθανό ζευγάρι του φετινού τελικού του Τσάμπιονς Λιγκ είχε μια τέτοια δοσοληψία που ελάχιστοι μπορούν να χωρέσουν στο μυαλό τους! Την αποκάλυψη είχε κάνει πέρυσι ο Ούλι Χένες, πρόεδρος της Μπάγερν. Δεν αρκούσαν αυτά τα χρήματα.

Πριν από ακριβώς οκτώ χρόνια τέτοιες μέρες, η Ντόρτμουντ έφτανε στο χείλος της χρεωκοπίας. Ανακοίνωσε ότι το χρέος της είναι 125 εκατ. ευρώ και η μετοχή της υποτιμήθηκε 8 φορές! Δεν κάθισαν με σταυρωμένα τα χέρια. Κατέφυγαν σε άμεσες λύσεις. Έφτιαξαν ένα πλάνο διοικητικό και αγωνιστικό. Πρώτα έκοψαν 20% όλα τα συμβόλαια και το μπάτζετ. Έπειτα σύναψαν συμφωνία με εταιρία, αλλάζοντας όνομα στο «Βεστφάλεν». Ακολούθως άρχισαν να πουλάνε τους καλύτερούς τους παίκτες. Ροσίτσκι στην Άρσεναλ, Οντόνκορ στη Μπέτις. Στη συνέχεια αποφάσισαν ότι πρέπει να κάνουν απόλυτη στροφή φιλοσοφίας στις μεταγραφές. Σταμάτησαν να παίρνουν έτοιμους παίκτες και σούπερ ονόματα. Έφτιαξαν δίκτυο σκάουτινγκ και αποφάσισαν να στηριχθούν στους καρπούς της ακαδημίας τους. Εάν δεν το ξέρετε, το 2004 μετά το Euro και την παταγώδη αποτυχία της Νασιονάλμανσαφτ, τα κεφάλια του γερμανικού ποδοσφαίρου επέβαλαν στους συλλόγους της Μπουντεσλίγκα να διαμορφώσουν αξιόλογες ακαδημίες, ειδάλλως δεν θα τους έδιναν άδεια συμμετοχής στο πρωτάθλημα.

Δύο χρόνια μετά από όλες αυτές τις κινήσεις, η Ντόρτμουντ άρχισε για πρώτη φορά να εμφανίζει θετικούς δείκτες και να μειώνει σταδιακά το χρέος της. Όμως η σεζόν 2007-08 ήταν ένα «καμπανάκι» ότι κάτι δεν πάει καλά. Η Μπορούσια τερμάτισε 13η και μόλις που πρόλαβε τις τελευταίες αγωνιστικές να γλιτώσει τον υποβιβασμό. Έλειπε ο ποδοσφαιράνθρωπος που θα έπαιρνε τα σχέδια των τεχνοκρατών και θα τους έδινε πνοή και ποδοσφαιρική υφή. Παρά τις γκρίνιες και τις αντίθετες απόψεις, προσελήφθη ο Γιούργκεν Κλοπ, ένας νεαρός ανερχόμενος προπονητής ο οποίος μόλις είχε κατορθώσει να ανεβάσει τη Μάιντς για πρώτη φορά στη Μπουντεσλίγκα. Ο Κλοπ τόλμησε. Εφάρμοσε στον απόλυτο βαθμό το 4-2-3-1, μα κυρίως «έσκαψε» στο βάθος της ακαδημίας αλλά και των ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων για να βρει νεαρούς ταλαντούχους παίκτες. Και αν η πρώτη διετία ήταν προπαρασκευαστική, η σεζόν 2010-11 ήταν αυτή της ολικής επαναφοράς. Η κατάκτηση της… σαλατιέρας ήταν πραγματικός θρίαμβος της ποδοσφαιρικής σκέψης. Στην περίοδο Κλοπ η Ντόρτμουντ έριξε στη μάχη τότε τον 19χρονο Χούμελς (τον είχε στα αζήτητα η Μπάγερν), τον 20χρονο Σούμποτιτς, τα προϊόντα του παιδομαζώματος Σμέλτσερ και Μπέντερ (αμφότεροι στα 20 τους ήταν βασικοί στη Μπορούσια), το «σπλάχνο» της Γκέτσε (στα 18 του… βασικούρα), τον 21χρονο Γκροσκρόιτς, τον 22χρονο Μπλατζικόφσκι, τον 22χρονο Λεβαντόφσκι.

Η εποχή που στο σύλλογο δαπανούνταν εκατομμύρια ευρώ (παλαιότερα μάρκα) χαρακτηρίζεται πια ως εφιαλτική και όλοι την έχουν ως παράδειγμα προς αποφυγή. Πλέον η Ντόρτμουντ αγοράζει φτηνά και πουλάει πολύ – πολύ ακριβά. Ένα πράγμα έμεινε ακλόνητο όλα αυτά τα χρόνια: η έμπρακτη αγάπη του κόσμου της (επιβεβαιώνοντας και το μότο του συλλόγου που είναι Echte Liebe, δηλαδή αληθινή αγάπη). Αυτή που την οδηγεί σε μόνιμα sold out είτε αντιμετωπίζουν την Άουγκσμπουργκ είτε τη Ρεάλ Μαδρίτης. Αυτή που της δίνει σταθερά έσοδα από τα 55.000 εισιτήρια διαρκείας. Αυτή που έκανε τη γνωστή λίστα Forbes να τη συμπεριλάβει στις ποδοσφαιρικές εταιρίες με το δεύτερο μεγαλύτερο κύκλο εργασιών (189 εκατ. ευρώ) το 2012.

Αν μιλάμε για λαϊκή βάση, καλό είναι να λαμβάνουμε υπόψη όλο το οικοδόμημα της Ντόρτμουντ. Να δούμε πόσο μπορούν αυτά όλα να βρουν εφαρμογή στην Ελλάδα της κρίσης. Να ψάξουμε εάν υπάρχει αντίστοιχη διάθεση από τα κεφάλια του ελληνικού ποδοσφαίρου για να φτιαχτούν αληθινές υποδομές και κανονικό ποδόσφαιρο. Να αναζητήσουμε εάν η ποδοσφαιρική Ελλάδα είναι ικανή να παράξει ταλέντα που θα σταθούν από τα 18 και τα 20 τους σε μια ομάδα που θα πρωταγωνιστεί και εάν υπάρχουν ποδοσφαιρικά μυαλά σαν του Κλοπ. Να κοιτάξουμε εάν στους συλλόγους μας έχουμε αντίστοιχους Μίκαελ Ζορκ που παραμένει αθλητικός διευθυντής της Ντόρτμουντ για μια 15ετία.

Όταν θα τα πράξουμε όλα αυτά, ας μπούμε και στη διαδικασία να μιλήσουμε για την… ιδεατή επιλογή της λαϊκής βάσης.

Be Sociable, Share!