Και αν είναι ροκ, μην τον φοβάστε

Πέρασαν 500 χρόνια από τότε που οι Ισπανοί έβαζαν πόδι στην περιοχή όπου σήμερα ορίζεται ως Ουρουγουάη. Μα σίγουρα, ο ήρωας του σημερινού face value έχει στις φλέβες του το ινδιάνικο αίμα της φυλής των Τσαρούα που ζούσαν στο 16ο αιώνα στο Μοντεβιδέο και τις γύρω περιοχές. Στο μυαλό και την καρδιά του, όμως, υπάρχει η άδολη αγάπη για τον Χοσέ Γκερβάσιο Αρτίγκας τον εθνικό ήρωα, τον αρχηγό της επανάστασης των Ουρουγουανών κατά των κατακτητών, εκεί κοντά στα χρόνια και της δικής μας εθνικής Επανάστασης του 1821, τον θεμελιωτή του έθνους, τον πατέρα των Ουρουγουανών όπως έμεινε στην Ιστορία. Διάβασε γι’ αυτόν, άκουγε την πολυαγαπημένη του μάνα, την Κριστίνα να του διηγείται για τον Αρτίγκας, ταυτίστηκε εν τέλει μαζί του, ονειρεύτηκε να ζει εκείνη την εποχή και να πολέμαει στο πλευρό του. Άλλωστε σε ανύποπτο χρόνο είχε δηλώσει: «Είμαι άνθρωπος που αν με φώναζε η πατρίδα μου να πάω στον πόλεμο θα το έκανα».

Πραγματικά για να προσεγγίσει (και ουχί να καταλάβει, διότι πρόκειται για «βαριά» λέξη για τον συγκεκριμένο) κάποιος την ψυχοσύνθεση του Πάμπλο Γκαρσία, θα πρέπει να κοιτάξει λίγο πιο «βαθιά» στις πτυχές της ζωής του που τον έχουν επηρεάσει.

Ο Γκαρσία δεν έχασε ποτέ την παιδικότητά του. Ούτε το επαναστατικό του βλέμμα. Ούτε την παθιασμένη αφοσίωση στο στόχο. Ούτε το αίσθημα αδικίας. Με ό,τι όλα αυτά συνεπάγονται. Καθοριστικό ρόλο σε όλα αυτά έπαιξαν τα βιώματά του. Η λατρεμένη μάνα του τον άρχιζε στις ιστορίες κάθε βράδυ, για τον παππού της, για τα χρόνια εξορίας του πατέρα του, για τον κομμουνισμό που είναι ό,τι αληθινό έχει απομείνει στον κόσμο. Ναι, ο Πάμπλο έλαβε απόλυτη γνώση των αριστερών κινημάτων της Ουρουγουάης και έγινε Αριστερός στη σκέψη, στην κουλτούρα, στο πάθος. Σύγχρονος Αριστερός, βέβαια. «Είμαι Αριστερός, αλλά φοράω τζιν Dolce Gabbana! Η γυναίκα μου τα επιβάλλει, εμένα δε με ενδιαφέρουν οι μάρκες, αλλά αυτή μου τα αγοράζει και αυτά φοράω. Αυτή είναι η ιδεολογία μου, όταν πάω στο χωριό μου, μπορώ να είναι πολύ απλός, δεν θέλω τίποτα πάνω μου», είχε πει παλαιότερα σε συνέντευξή του.

Η διαφυγή του Παμπλίτο δεν ήταν ασφαλώς τα αριστερά κινήματα. Αυτά ήρθαν στην εφηβεία. Ο παιδικός του έρωτας –εκτός από την παθολογική αγάπη στη μάνα του- ήταν το ποδόσφαιρο. Στα 7 του χρόνια το πρώτο δώρο που του πήραν οι γονείς του ήταν μια μπάλα και ένα ζευγάρι ποδοσφαιρικά παπούτσια. Η μάνα του τον ενθάρρυνε να γίνει ποδοσφαιριστής γιατί έβλεπε ότι ο γιος της είχε ικανότητες. Και δεν λάθεψε. Γρήγορα ο Γκαρσία απορροφήθηκε στις ακαδημίες της Γουόντερς με την οποία υπέγραψε και το πρώτο του συμβόλαιο. «Πήγαινα στην προπόνηση με το λεωφορείο», θα πει. Πού λεφτά για πολυτέλειες…

Δεν του πήρε και πολύ να δείξει την αξία του. Αμέσως στην εθνική Νέων της Ουρουγουάης και μετά ήρθε η μεταγραφή στο εξωτερικό. Στα 22 του πατούσε ισπανικό έδαφος για λογαριασμό της Ατλέτικο Μαδρίτης. Πριν το πράξει «χτύπησε» σε τατουάζ το όνομα της μητέρας του για να την έχει… συντροφιά. Μετά άρχισε την περιπλάνηση. Ένα χρόνο στη Μαδρίτη, άλλο έναν στο Μιλάνο για τη Μίλαν, άλλον έναν στη Βενετία για τη Βενέτσια. Στα ώριμα πια 25 του χρόνια επέστρεψε στην Ισπανία. Αυτή τη φορά ήταν η Οσασούνα. Τα πρώτα δύο χρόνια ήταν δύσκολα. Μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Η σεζόν 2004-05 ήταν σημαδιακή. Πήρε φανέλα βασικού και έδειξε τις ικανότητές του. Με προπονητή τον Χαβιέ Αγκίρε που «βρήκε το κουμπί του». Ακόμα τον μνημονεύει ο Γκαρσία. «Αν ήμουν προπονητής, θα ήμουν σαν τον Αγκίρε, ο οποίος μας είχε πει σε ένα κρίσιμο παιχνίδι «θέλω να μπείτε μέσα και να πάρετε όλοι κίτρινη κάρτα”. Σε εκείνο το παιχνίδι κερδίσαμε 4-0», είχε πει. Το ματς ήταν με τη Σεβίλλη το Νοέμβριο του 2004 με τελικό σκορ 4-1 και –ναι, καλά το μαντέψατε- ο Γκαρσία είχε πάρει κίτρινη κάρτα (σε σεζόν που ολοκλήρωσε με τον απίθανο αριθμό των 15 κίτρινων καρτών!).

Το καλοκαίρι του 2005 ήρθε η απόλυτη καταξίωση. Η Ρεάλ Μαδρίτης ξόδεψε αρκετά χρήματα (όχι φυσικά για τα δεδομένα της Βασίλισσας) για τον αποκτήσει. Έπαιξε βασικός στα μισά παιχνίδια, αγωνίστηκε στο Τσάμπιονς Λιγκ (σε όμιλο με αντίπαλο τον  Ολυμπιακό), πήρε συμμετοχές στην εθνική Ουρουγουάης. Καλό αλλά λίγο. Την επόμενη σεζόν «έπιασε» Βίγκο για τη Θέλτα για να ολοκληρώσει την ισπανική περιπλάνηση τη σεζόν 2007-08 με τη Μούρθια.

Φορτωμένος με πολλά βιώματα αλλά και τη φήμη του κακού παιδιού που δεν στέριωνε πουθενά, ο Γκαρσία δεν το έβαλε κάτω. Άλλωστε είναι και το μότο ζωής του που «χτύπησε» και τατουάζ στο στήθος του: Επιτρέπεται να πέσεις, επιβάλλεται να σηκωθείς. «Αυτή η έκφραση που έγινε τατουάζ, είναι ενός καθηγητή προπονητικής, ενός μεγάλου υποκινητή, που κάθε μέρα μας έβαζε διάφορα τέτοια μότο στον πίνακα ανακοινώσεων για να μας υποκινήσει. Εμένα αυτή η έκφραση μου έμεινε, αλλά όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αλλά στη ζωή επίσης», είχε εξηγήσει ο Ουρουγουανός.

Ο Γκαρσία αποδέχθηκε την προσφορά του ΠΑΟΚ το καλοκαίρι του 2008. Τον ήξερε ο Ζήσης Βρύζας, «έψησε» τον Ζαγοράκη αλλά και τον παίκτη, και προέκυψε ο γάμος όχι απλά της χρονιάς αλλά της πενταετίας για τον ΠΑΟΚ. Όταν ο Γκαρσία έβαζε την υπογραφή του στο συμβόλαιο, λίγοι μπορούσαν να φανταστούν το επίπεδο λατρείας που θα δημιουργούνταν στην Τούμπα γι’ αυτόν.

Στην άφιξή του στη Θεσσαλονίκη πήγαν 2.000 ΠΑΟΚτσήδες στο αεροδρόμιο. Στις πρώτες του παρουσίας με τη φανέλα του ΠΑΟΚ χειροκροτήθηκε. Όμως το σύμβολο Γκαρσία για τον κόσμο του ΠΑΟΚ γεννήθηκε από μία… χειροδικία. 16 Νοεμβρίου του 2008 στο «Καραϊσκάκης» κλασικό ντέρμπι Ολυμπιακός – ΠΑΟΚ. Λίγο πριν τη λήξη του ημιχρόνου σε μια στημένη φάση και μέσα στο συνωστισμό παικτών, ο Γκαρσία… γραπώνει με το ένα χέρι από τη φανέλα τον Ντιόγκο και με το άλλο του ρίχνει γροθιά στο στομάχι! Πρωτόγνωρο για Ελλάδα. Ο διαιτητής δεν το βλέπει και δεν τιμωρείται παρότι ο αφηνιασμένος σ’ εκείνο το ματς Γκαρσία θα αποβληθεί τελικά για αντιαθλητικό μαρκάρισμα. Στις τάξεις των οπαδών του ΠΑΟΚ μόλις γεννιέται ένας μύθος. «Γροθιά στο κατεστημένο του Ολυμπιακού και της Αθήνας», «Καλά του έκανε γιατί ο Ντιόγκο πήγαινε γυρεύοντας απωθώντας τον νωρίτερα», «Επιτέλους ο ΠΑΟΚ βρήκε κάποιον με καρύδια», ήταν απλά ελάχιστα απ’ όσα γράφτηκαν ή ειπώθηκαν. Το σύνθημα που δημιουργείται και δονεί έκτοτε την ατμόσφαιρα στην Τούμπα είναι ενδεικτικό: «ΠΑΟΚ θρησκεία τρομοκρατία, τιμή και δόξα στον Πάμπλο τον Γκαρσία».

Ο Γκαρσία χτυπάει κέντρο με την παρουσία του στον ΠΑΟΚ. Και αν την πρώτη του σεζόν δεν ήταν καλός, την επόμενη στην  εξαιρετική πορεία του Δικεφάλου  ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος. Στα 32 του ο Ουρουγουανός ήταν ο ιδανικός πλέι μέικερ της ομάδας του. Πάσες κάθετες, διαγώνιες, κοντινές, μακρινές, μα πάντως συνήθως ακριβείς. Χτυπήματα στα στημένα για σεμινάριο. Χρήση του σώματός του σχεδόν τέλεια για να προστατεύει τη μπάλα από τους αντιπάλους. Μυαλό – ξυράφι που έδινε ταχύτητα στις ενέργειές του και ας ήταν ο ίδιος αργός και με λίγα τρεξίματα. Το δίχως άλλο προσωπικότητα εντός του αγωνιστικού χώρου. Έδειξε μάλιστα να ηρεμεί από τις εκρήξεις οργής, αυτό το σπάνιο σκοτείνιασμα όταν έβγαινε ο άλλος του εαυτός.

Ο χαμός της μάνας του τον συγκλόνισε. Λίγες μέρες μετά το θάνατό της πέτυχε ένα απίθανο γκολ από φάουλ σε ματς με τον Παναθηναϊκό στην Τούμπα. Κλώτσησε δύο πινακίδες μπροστά από τη «θύρα 4», κοίταξε τον ουρανό και δάκρυσε. Θρήνησε τον πιο αγαπημένο του άνθρωπο με το δικό του τρόπο αλλά δεν επηρεάστηκε αγωνιστικά.

Είχε ίδια καλή εικόνα και τις δύο επόμενες σεζόν. Είχε γίνει πια ο εμβληματικός ηγέτης του ΠΑΟΚ. Οι οπαδοί μόνο εικόνισμα δεν τον έκαναν. Η «θύρα 4» τον έκανε μέλος της και ο ίδιος εν μέσω αποθέωσης έλεγε «δεν ξέρω εάν μου αξίζει μια τόσο μεγάλη τιμή». Λατρεύτηκε ως Θεός.

Το καλοκαίρι του 2012 δέχθηκε να μειώσει κατά 40% τις αποδοχές του και να ανανεώσει το συμβόλαιό του με τον ΠΑΟΚ. Ίσως ήταν λάθος. Στα 35 του ο Γκαρσία έπρεπε να μπει στο καλούπι του ποδοσφαίρου που ήθελε ο Γιώργος Δώνης. Δυσκολεύτηκε. Δεν ταίριαξαν εξ αρχής και τα… χνώτα του με αυτά του Δώνη. Όπως είχε πει παλαιότερα «σε όλη την καριέρα μου ποτέ δεν είχα καλές σχέσεις με τους προπονητές! Μπορεί να είχα με δύο- τρεις. Μη ρωτάς γιατί. Δεν γνωρίζω ούτε και εγώ την απάντηση»!

Κυρίως, όμως, ήρθαν οι τραυματισμοί. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι έφταιγαν οι εντολές που πήρε ο Γκαρσία να σταματήσει μια συνήθεια χρόνων που έκανε μόνος του, τα έξτρα βάρη κάθε εβδομάδα. Ο Ουρουγουανός «έβγαλε» τρεις θλάσεις. Πάρα πολλές για μια σεζόν και για το γυμνασμένο μεν αλλά καταπονημένο σώμα ενός 35άρη.

Ο Γκαρσία, όμως, δεν το έβαλε κάτω. Κάθε φορά που γίνονταν καλά ήθελε αμέσως να παίζει. Ο Δώνης θεωρούσε ότι έπρεπε σιγά – σιγά να παίρνει χρόνο συμμετοχής για να μην ρισκάρει. Ο Ουρουγουανός με το πείσμα του χαρακτήρα του αλλά και του απόλυτου επαγγελματία… ερασιτέχνη (αντίστοιχη περίπτωση με τον Γιώργο Καραγκούνη), δεν συμφωνούσε με τον προπονητή του. Λέγεται ότι μετά την πρώτη κόντρα –στο όριο της ρήξης- των δύο ανδρών, οι διοικούντες ζήτησαν να βάλουν και οι δύο πλευρές νερό στο κρασί τους. Έγινε μια συμφωνία ότι όποτε ο Δώνης δεν υπολόγιζε για την ενδεκάδα τον Γκαρσία, θα τον άφηνε εκτός αποστολής. Ακόμα και σε αυτό μέχρι σήμερα κανείς δεν ξέρει με σιγουριά εάν αυτή τη συμφωνία τη ζήτησε ο Γκαρσία ή την επέβαλε ο Δώνης. Μα, όπως και να ‘χει ήταν δεδομένο ότι σύντομα θα έφερνε νέα ρήξη. Διότι ο Ουρουγουανός δεν μπορούσε να γυρίσει στην προ Ελλάδας περίοδο και να γίνει ένας παίκτης με 10 συμμετοχές τη σεζόν.

Τις τελευταίες ώρες φαίνεται πιο πιθανό από ποτέ το διαζύγιο του Γκαρσία με τον ΠΑΟΚ. Θα μείνει στο συρτάρι η σκέψη του Ιβάν Σαββίδη να τον κάνει γενικό αρχηγό; Θα εγκαταλειφθεί η απόφαση του Ουρουγουανού να μείνει για χρόνια ακόμα στην Ελλάδα; Πιθανώς ο Πάμπλο να πάρει από το χέρι τον Μπενχαμίν, τη Λούνα και τον Ελίας, τα τρία λατρεμένα παιδιά του και να φύγουν για άλλες πολιτείες.

Αν και ξέρει ότι η λατρεία του κόσμου του ΠΑΟΚ είναι ικανή να φέρει τα πάνω – κάτω και να οδηγήσει τη διοίκηση σε άλλη απόφαση από αυτή που προδιαγράφεται. Όπως έγραφε άλλωστε εκείνο το πανό που είχαν αναρτήσει προ τριετίας σχεδόν οι οπαδοί του ΠΑΟΚ όταν υπήρχε φημολογία περί αποχώρησης του Ουρουγουανού «Νo Garcia, no party».

Αυτός ο σπουδαίος ποδοσφαιριστής που ομόρφυνε ποδοσφαιρικά με την παρουσία του το πρωτάθλημάμας, δείχνει αγρίμι στο γήπεδο. Είναι ξεκάθαρα ο εαυτός του. Δεν προσπάθησε ποτέ να φτιασιδωθεί. Πιθανώς αυτό να ταίριαξε και με την ιδιοσυγκρασία του ΠΑΟΚτσή για να «δεθεί» τόσο μαζί του. «Ξέρω ότι κάποια πράγματα που έχω κάνει δεν θεωρούνται ιδανικά και παράδειγμα για τα παιδιά. Αλλά δεν είμαι εγώ αυτός που πρέπει να διδάξω στα παιδιά ποιο είναι το σωστό. Για αυτήν τη δουλειά υπάρχουν οι γονείς. Εγώ είμαι ποδοσφαιριστής που πρέπει να μπω μέσα στο γήπεδο για να νικήσω», είχε πει κάποτε ο Γκαρσία. Σωστό ή λάθος, αυτός είναι ο Πάμπλο ο… τρομοκράτης. Στα δικά μου μάτια είναι ροκ. Και η φιγούρα του όπως και το σύνολο της παρουσίας του μου θυμίζει τους στίχους του τραγουδιού που ερμήνευσε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου στη μουσική του Μάνου Λοΐζου: «Και αν είμαι ροκ, μην με φοβάσαι, έγινα κι όλας τριάντα χρονώ».

 

Be Sociable, Share!