Χρόνια πολλά με σταύρωση

Εάν ανατρέξει κανείς σε προηγούμενα άρθρα, θα δει ότι έχω ταυτίσει αρκετές φορές τον Παναθηναϊκό με την Ελλάδα. Βρήκα έναν ακόμα λόγο σήμερα. Θυμήθηκα πόσα και πόσα έχει κάνει αυτή η χώρα στους ήρωές της. Από εξοστρακισμούς μέχρι φυλακίσεις και δολοφονίες ηρώων ή σε κάθε περίπτωση ανθρώπων που ευεργέτησαν τούτο τον τόπο. Στα δικά μου μάτια, ενός 35άρη παρά 20 μέρες, ο Χουάν Ρότσα είναι ένας από τους ήρωες του Παναθηναϊκού. Και θαρρώ πως ανεξάρτητα με το τι θα συμβεί στη συνάντησή του με τον Γιάννη Αλαφούζο, το γυαλί ράγισε μετά τις διαρροές έκπληξης και δυσαρέσκειας της ΠΑΕ για τις δηλώσεις του στη συνέντευξη Τύπου μετά το ματς με την Προοδευτική. Ακόμα και αν ο Ρότσα πειστεί με τον Α ή Β τρόπο να παραμείνει (κάτι που δεν προκύπτει πιθανό από την πληροφόρησή μου), νομίζω ότι η διοίκηση έκανε ό,τι η Ελλάδα στους ήρωές της.

Αφίσες στο παιδικό μου δωμάτιο είχα δύο. Μία με πρόσωπα από τους πρωταγωνιστές της ομάδας του 84-85 και μια του Δημήτρη Σαραβάκου. Ο Ρότσα ήταν πάνω -πάνω σ’ εκείνη την αφίσα. Καμιά 20αριά χρόνια μετά, κάπου στο 2004 πρέπει να ήταν όταν με είχε στείλει ο τότε διευθυντής (και δάσκαλος) της «Αθλητικής Ηχούς» να πάρω συνέντευξη από τον Ρότσα. Στα Σπάτα. Στα γηπεδάκια του, όπου βέβαια παίζαμε και στο πρωτάθλημα Τύπου, βλέποντάς τον κάθε φορά (συνήθως παρέα με τον καλό του φίλο, Γρηγόρη Παπαβασιλείου) να μαθαίνει ποδόσφαιρο στα πιτσιρίκια. Παιδικό όνειρο η συνεύρεση με τον… Ινδιάνο. Δεν πετάω πράγματα. Την έχω εκείνη τη συνέντευξη. Στις φωτογραφίες αν προσέξει κανείς διακρίνει εύκολα αυτό το χαζοχαρούμενο βλέμμα του ανθρώπου που πρέπει να κάνει δουλειά, να λειτουργήσει ψυχρά, αλλά χάνει κατά κράτος κυριευμένος από το συναίσθημα και το δέος. Τις βλέπω και γελάω εκείνες τις φωτογραφίες μου. Μίλησα αρκετές φορές έκτοτε με τον Ρότσα. Πάντα επαγγελματικά, πάντα με την εσωτερική χαρά.

Σκεφτόμουν πριν ένα μήνα όταν αναλάμβανε τα ηνία της πρώτης ομάδας, ότι τελικά με τον Ρότσα έζησα τα πάντα. Παιδάκι τον είχα αφίσα και τον έβλεπα με τη χαίτη να ανεμίζει και να «κεντάει» στο γήπεδο. Όταν μπήκα στη σχολή δημοσιογραφίας τον έβλεπα από το γήπεδο να κάθεται στον πάγκο και να καθοδηγεί την ομάδα σε επιτυχίες (κυρίως). Ως δημοσιογράφος τον βρήκα για δεύτερη φορά στον πάγκο του Παναθηναϊκού. Και ως ρεπόρτερ του Τριφυλλιού τον πέτυχα στο διάβα μου στο τρίτο του πέρασμα. Σκεφτόμουν έπειτα ότι ο κατά εννέα χρόνια μεγαλύτερός αδερφός μου έζησε τον Χουάν από την πρώτη του στιγμή στον Παναθηναϊκό μέχρι και σήμερα. 33 χρόνια. Μα και οι 25άρηδες που δεν τον είδαν να αγωνίζεται τον πέτυχαν παιδάκια στην πρώτη του θητεία, έφηβοι στη δεύτερη, μεγάλοι πια στην τρίτη. Μα και η νεώτερη γενιά Παναθηναϊκών που δεν έχει ζήσει τα προηγούμενα, τον ζει τώρα.

Ο Ρότσα είναι συνυφασμένος με την ιστορία του Παναθηναϊκού. Δεν είναι μόνο ότι ήταν παιχταράς. Δεν είναι μόνο ότι ως προπονητής οδήγησε τον Παναθηναϊκό σε τεράστιες στιγμές. Δεν είναι μόνο ότι δίδαξε ποδόσφαιρο σε γενιές Παναθηναϊκών. Δεν είναι μόνο ότι έχει στην καρδιά του το Τριφύλλι υπηρετώντας το από επίσημα και ανεπίσημα πόστα (πόση δουλειά έχει βάλει πάνω στον να εξημερωθεί ο Λέτο, ξέρει άραγε κανείς;). Είναι και το ήθος του. Αυτό το ήθος που θα έπρεπε να αποτελεί παράδειγμα για μίμηση. Σε όλα τα επίπεδα. Γιατί ο Χουάν ξέρει ότι κέρδισε την -αιώνια- αγάπη των φίλων του Παναθηναϊκού γιατί πρέσβευε αυτό που όλοι ήθελαν να πιστεύουν ότι είναι αυτός ο σύλλογος: το ήθος. Κλειστό κλαμπ; Μπορεί. Ελιτίστικο κλαμπ. Ίσως. Αλλά με «διαμάντι» στο χαρακτήρα του DNA του.

Σιγά μην έλεγε όχι στον Παναθηναϊκό ο Ρότσα όταν κατεστραμμένος οικονομικά και διαλυμένος αγωνιστικά τον κάλεσε προ μηνός να αναλάβει ξανά τα ηνία. Με ντουντούκες από δίπλα στα ΜΜΕ να «φωνάζουν» για την προσωρινότητα της επιλογής του. Σιγά μην κρύβονταν ο Ρότσα πίσω από την προσπάθεια να περάσει ο Καζιγιάμα ως μεταγραφικό προϊόν συναπόφασής του. Σιγά μην έμενε ο Ρότσα στα ημιεπίσημα «ήταν αδιάφορος στην προπόνηση και γι’ αυτό αποκλείστηκε από την αποστολή» για τον Μπουμσόνγκ. Σιγά μην κάθονταν ο Ρότσα να αραδιάσει δικαιολογίες του στυλ «είχαμε πολλά προβλήματα τραυματισμών», «η ομάδα ήταν κουρασμένη», «παίξαμε δύο σούπερ ματς με Τότεναμ και Ολυμπιακό μέσα σε τέσσερις μέρες και αδειάσαμε ψυχολογικά», «δεν έχω πολλές επιλογές», «αυτούς έχω, με αυτούς θα πορευτώ», «χρειαζόμαστε ενίσχυση», «λέμε πράγματα στην προπόνηση και δεν τα βλέπουμε στο παιχνίδι». Είπε «αναλαμβάνω εγώ την ευθύνη για την εμφάνιση και όπως γράφετε καλά στα καλά, έτσι τώρα φταίω εγώ για τα άσχημα», επανέλαβε την Τετάρτη «ήμουν σε κακή μέρα στη Βέροια» και τέλος.

Ξέρετε γιατί δεν τα έχει ανάγκη όλα αυτά τα «δήθεν» ο Ρότσα; Για όσα προανέφερα. Έχει μάθει αλλιώς τον Παναθηναϊκό. Και από αυτό το δρόμο δεν έχει ανάγκη να βγει για κανέναν πρόεδρο, παράγοντα, οπαδό, Γαρρή.

Διάβασα πολλά αυτές τις ώρες. Και άκουσα ακόμα περισσότερα. Ο Παναθηναϊκός είναι πάνω απ’ όλα. Αυτό είναι ένα επιχείρημα σε όσους ισχυρίζονται ότι ο Ρότσα δεν έπρεπε να υπερασπιστεί Βύντρα και Σπυρόπουλο. Μάλιστα. Και θα το υποδείξουμε εμείς στον Ρότσα αυτό; Θα πούμε εμείς στον Χουάν τι είναι Παναθηναϊκός; Τρομερή αυταπάτη να πιστεύουμε ότι ξέρουμε καλύτερα από αυτόν. Και απιθανοαπίθανο να του βάζουμε ταμπέλα «Βαρδινογιαννικός» ή να ισχυριζόμαστε «διάλεξες πλευρά κι εσύ». Ο Ρότσα είναι πολύ πάνω από αυτά.

Αφήστε δε που δεν βλέπω τη διοίκηση να διώχνει τον Βύντρα και τον Σπυρόπουλο. Η στάση της άλλαξε. Όχι μετά τα όσα είπε ο Ρότσα αλλά από το πρωί της Τετάρτης. Το «γιατί» δεν το ξέρω, ας το αναζητήσουν όσοι ζητούσαν τις κεφαλές τους επί πίνακι. Σας είχα προειδοποιήσει στο τελευταίο άρθρο. Έγραφα στον επίλογο: «Παρακολουθώ με χαρμολύπη τις κωλοτούμπες των τελευταίων ωρών. Να θυμάστε να έχετε τη δική σας άποψη και να μην παρασύρεστε απ’ όσα γράφει ο καθένας. Για να μην είσαστε κι εσείς όπου φυσάει ο άνεμος.».

Κλείνοντας το τεράστιο θέμα του Ρότσα, να θυμήσω ότι 19/12/1979 ήρθε μόνιμα στην Ελλάδα για τον Παναθηναϊκό. Ακριβώς 33 χρόνια μετά, στα χρόνια του Χριστού, «σταυρώνονταν» μέσω διαρροών. Οπότε λέω να αναφέρω τι συνέβη σύμφωνα με μια παράδοση στον Αριστείδη τον Δίκαιο. Όταν τέθηκε -και τελικά έγινε, άσχετο εάν μετά ανεστάλη η απόφαση- θέμα εξοστρακισμού του στην αρχαία Αθήνα, ένας αγράμματος πολίτης που δεν γνώριζε ούτε κατ’ όψη τον Αριστείδη, του ζήτησε να του γράψει στο όστρακό του το όνομα «Αριστείδης». Όταν ο Αριστείδης τον ρώτησε το λόγο που θεωρεί ότι ο συγκεκριμένος έκανε κάτι κακό ώστε να τον εξορίσουν, ο πολίτης του απάντησε ότι δεν μπορεί να ακούει συνέχεια να τον αποκαλούν «Αριστείδης ο δίκαιος». Τότε ο Αριστείδης πήρε το όστρακο του πολίτη και έγραψε το όνομά του! Έτσι για να θυμάστε τι μπορεί να παρακολουθήσουμε στη συνέχεια…

Be Sociable, Share!