«Κοίτα τι πλάκα έκανα στους κροκόδειλους» (ή αλλιώς η γνωριμία με τη χίμαιρα)

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 ο Παναθηναϊκός είχε στο ρόστερ του δύο παίκτες που ο Τύπος τους αποκαλούσε «τα θαλασσινά». Ο λόγος; Το επίθετό τους. Κάβουρας ο ένας, Καραβίδας ο άλλος! Ρολίστες ήταν, αλλά πρόσφεραν. Ο Κάβουρας ήταν ένας σέντερ φορ χωρίς ιδιαίτερη τεχνική αλλά με αρκετό πείσμα. Ο Καραβίδας ήταν χαφάκι, είχε καλό αριστερό αλλά δεν ήταν κάτι υψηλού επιπέδου. Πού τους θυμήθηκα; Γιατί η γαρ-ρ-ίδα συνάντησε πρόσφατα μια συγγενή της στου βυθού τα ανοιχτά, την καραβίδα. Μια συνάντηση που έκρυβε θησαυρούς. Γενικά ο ελληνικός βυθός χρειάζεται καλό ψάξιμο και δυνατές βουτιές γιατί έχει σεντούκια με… χρυσάφι.

Το τριήμερο ταξίδι της γαρ-ρ-ίδας (απ’ ό,τι βλέπετε στη φωτογραφία, όχι καμιά τυχαία γαρ-ρ-ίδα αλλά με κάτι κεραίες να…) στα γνώριμα νερά της Χίου τη γέμισε χρήσιμες εμπειρίες. Το μάτι της γαρ-ρ-ίδας έπιασε τη χίμαιρα στην ίδια ξέρα που είχε ξαποστάσει η γαρ-ρ-ίδα! Συνυπήρξαμε στην ίδια ξέρα για περίπου μία ώρα. Ώσπου η ξαδερφή – ψυχή (πώς λέμε αδερφή- ψυχή, ε κάτι παραπλήσιο!) μου, η καραβίδα κολύμπησε προς το μέρος μου. Μαζί της; Η χίμαιρα!

«Χίμαιρα να σου γνωρίσω την αγαπημένη μου συγγενή, τη γαρ-ρ-ίδα. Βουτάει στα βαθιά, ψάχνει το βυθό για να μάθει πράγματα και έχει και ένα μείον για σένα: κάνει παρέα με τους κροκόδειλους», είπε η καραβίδα. Η χίμαιρα φάνηκε να χάνει το αγέρωχο ύφος μιας τυπικής γνωριμίας του βυθού αλλά διατήρησε το ψυχρό, ψεύτικο χαμόγελο. «Μα καραβίδα δεν καταλαβαίνω. Εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα με τους κροκόδειλους», είπε η χίμαιρα. Η αλήθεια είναι ότι αυτό το στυλ έπρεπε να δεχθεί ένα τεστ. Και αποφάσισα να το δοκιμάσω. «Δεν είναι θέμα ότι κάνω παρέα με τους κροκόδειλους. Ψάχνω και μαθαίνω γι’ αυτούς και ό,τι άλλο συμβαίνει τριγύρω που τους επηρεάζει», είπα. Αυτό ήταν. Το χαμόγελο εξαφανίστηκε και η χίμαιρα έβγαλε δόντια, ενθυμούμενη την καταγωγή της (προέρχεται από τα χονδριχθή). «Α ναι; Και πού πηγαίνεις και τα λες αφού τα μάθεις;», ρώτησε η χίμαιρα. «Στο «πάμε βυθό», στο «ζωντανό βυθό», έχω και το «μάτι της γαρρίδας». Πήγαινε πολύ όλο αυτό για τη δήθεν ατάραχη χίμαιρα. Με την ολοκλήρωση της φράσης μου, η χίμαιρα κολύμπησε γρήγορα, σα να τράπηκε σε φυγή! Η καραβίδα, μη γνωρίζοντας πόσα ράμματα μπορεί να έχει μια μικρή γαρ-ρ-ίδα για μια ολόκληρη χίμαιρα, δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβη. «Τι έπαθε αυτή;», ρώτησε και κούνησα αδιάφορα τις κεραίες μου.

Η καραβίδα έχοντας παλιά γνωριμία με τη χίμαιρα, είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη της. «Αυτή έχει τρελαθεί. Μου έδειχνε στο κινητό της (και βέβαια έχουν κινητά στο βυθό -μα, πού ζείτε;-) τα μηνύματα που αντάλλαξε με το ιπτάμενο χελιδονόψαρο που έχει στη διάθεσή της το γνωστό στόλο «Αιγαίο» με γρήγορα ψάρια που μεταφέρουν άλλα ψάρια στην πλάτη τους από θάλασσα σε θάλασσα. Και γυρίζει η χίμαιρα και μου λέει: “Κοίτα φίλη καραβίδα τι πλάκα έκανα στους κροκόδειλους. Νόμιζαν ότι θα έκαναν ό,τι ήθελαν με τα κροκοδειλάκια που δίνουν το παρών στις συγκεντρώσεις της εθνικής ομάδας ελληνικού βυθού”. Μου έδειξε στο κινητό της τα μηνύματα με το ιπτάμενο χελιδονόψαρο. Του είχε στείλει “Πες μου πόσα χρειάζεσαι για να κάνει μια στάση το ψάρι στο Ιόνιο, να πάρει τα κροκοδειλάκια και να φύγει για Μάγχη μεριά” και το ιπτάμενο χελιδονόψαρο απάντησε στη χίμαιρα “5.000 ευρώ”. “Αύριο το πρωί θα τα έχεις στο λογαριασμό”, ήταν το τελευταίο μήνυμα της χίμαιρας και μαζί ένα πλατύ χαμόγελο ότι μπήκε στο μάτι των κροκόδειλων», ήταν τα λόγια της καραβίδας.

Με την απόλυτη σιγουριά ότι όλα στον ελληνικό βυθό παραμείνουν κατασκότεινα και το μοναδικό φως είναι τα δόντια του λευκού καρχαρία, αναδύθηκα για να πάρω ανάσα. Λίγες ώρες μετά κάπου στο Λιβυκό πέλαγος η χίμαιρα σκάρωνε μια ακόμη πλάκα στους κροκόδειλους…

 

Be Sociable, Share!