Θα μας λείψεις ρε Τζόνι

Κάτι σαν δείπνο γνωριμίας με τους δημοσιογράφους ήταν εκείνο το βράδυ σε εστιατόριο της Πράγας. Χειραψία να σου «σπάσει» το χέρι. Στη δική μου ερμηνεία της γλώσσας του σώματος σήμαινε άνθρωπο με ειλικρίνεια, άνθρωπο με πάθη. Κάποιος έβγαλε να καπνίσει. «Απαγορεύεται μας είπαν γιατί μπορεί να πληρώσουν πρόστιμο 500 ευρώ. Έξω καλύτερα», είπε. Λίγη ώρα μετά ήταν ο πρώτος που σαν παιδί σε σχολείο με τη γνώση ότι κάνει σκανδαλιά, παρέβη τον κανόνα. Και “καθάρισε” για όλους τους καπνιστές. Όταν τελείωσε εκείνο το δείπνο ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα και άκουγα τόσους δημοσιογράφους να εκφράζουν τόσα θετικά σχόλια γι΄αυτόν.

Σαν τους εσωτερικούς δαίμονες, αυτές τις φωνούλες που μας καλούν συχνά να κάνουμε άλλο απ’ αυτό που πιστεύει η καρδιά, ορισμένοι μου έλεγαν το διάστημα που ακολούθησε της πρώτης γνωριμίας: «Είναι άνθρωπος του Βαρδινογιάννη. Μπήκε στη διοίκηση για να μεταφέρει τα πάντα». Το πέταξα στο καλάθι των αχρήστων. Δεν κατηγοριοποιώ τους ανθρώπους έτσι. Και δεν με επηρρεάζουν εύκολα όταν έχω δική μου γνώμη.

Τον έβρισκα σπάνια στο τηλέφωνο. Πάντα είχε ένα πείραγμα να κάνει. Το χιούμορ του ήταν εντυπωσιακού επιπέδου. Κλασάτο και αλανιάρικο. Σαν τον ίδιο. Ένα μείγμα ιδιόμορφο, σαλονάτος και λαϊκός. Εκεί που τον άκουγες να ρητορεύει με σοβαρότητα, εκεί πέταγε τη θανατηφόρα ατάκα. Το αληθινό χιούμορ είναι κατ’ εμέ δείγμα τεράστιας ευφυΐας. Μέσα από το χιούμορ έλεγε τα πιο αληθινά. Και όσοι το “έπιαναν”, καταλάβαιναν πολλά. Και δεν “κώλωνε” πουθενά. Ιδανικός παράγοντας. «Έσφαζε με το βαμβάκι».

Μέσα στην ωραία τρέλα του είχε ένα θέμα. Μην του πείραζε κανείς τον Παναθηναϊκό. Ένας γνήσιος Παναθηναϊκός, ένα δείγμα οπαδού που όλες οι ομάδες θα ήθελαν να έχουν. Εκεί ήταν η διαχωριστική γραμμή του. Στον Παναθηναϊκό. Έδωσε πάρα πολλά στο διάστημα που μπορούσε. Πάλεψε πολύ στα κέντρα αποφάσεων ως έγκριτος νομικός που ήταν.

Δεν νομίζω να ξεχάσω τη μέρα που μου είπαν για την αρρώστια την κακή. Ο καρκίνος του “χτύπησε την πόρτα”. Παραιτήθηκε από τα αξιώματα στην ΠΑΕ (αντιπρόεδρος, ενώ για ένα διάστημα διατέλεσε και πρόεδρος) και το πάλεψε. Έφυγε στο εξωτερικό και πάλευε, πάλευε, πάλευε. Δεν πάει δίμηνο από την τελευταία φορά που ρώτησα γι’ αυτόν. «Καλύτερα είναι. Τον είχα δει στο γήπεδο και έλεγε “Τον γάμησα τον καρκίνο”», ήταν οι ατάκες που έδιναν ελπίδα.

Η βαριά φωνή με το περισπούδαστο αλλά και περιπαιχτικό ύφος θα ακούγεται τώρα στα στενά του Παραδείσου. Ο Τζόνι Βεκρής, όπως και όλοι οι ωραίοι της ζωής, έφυγε πολύ νωρίς. Α ρε Τζόνι… Καλό ταξίδι.

Be Sociable, Share!