This is football

Δεν το ‘χω συζητήσει με κανέναν. Οπότε σαν μια μορφή εξομολόγησης, είπα να το γράψω εδώ. Έχω μια ψιλομούρλα όταν παρακολουθώ ποδοσφαιρικό αγώνα. Κυρίως όταν είμαι στο γήπεδο βέβαια, αλλά και όταν το τηλεοπτικό πλάνο είναι γενικό. Μ’ αρέσει να εστιάζω τη ματιά σε κάποιους ποδοσφαιριστές όταν η μπάλα παίζεται κοντά τους μεν, αλλά χωρίς να έχουν κατοχή. Λίγο σαν προπόνηση του ματιού για βοηθός διαιτητής (φτου φτου μακριά από μας!) που ελέγχει κάπως έτσι το οφσάιντ. Μέσα στο Σαββατοκύριακο «έπιασα» τον εαυτό μου να το κάνει δύο φορές με τρεις ποδοσφαιριστές. Τον Ντιντιέ Ντρογκμπά, τον Νίκο Λυμπερόπουλο, τον Σωτήρη Νίνη. Δεν θα γράψω λοιπόν για τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ και τον τελικό των ελληνικών πλέι οφ αλλά για τον τελικό του Ντρογκμπά και τον τελικό του Λυμπερόπουλου και του Νίνη.

Ο Αφρικανός επιθετικός της Τσέλσι έγραψε όλη την ιστορία του φετινού Τσάμπιονς Λιγκ πάνω του. Στο κρισιμότερο παιχνίδι των ομίλων για την ομάδα του έβαλε δύο γκολ και σέρβιρε το τρίτο στο 3-0 επί της Βαλένθια. Στην κρίσιμη ρεβάνς της ήττας στην Ιταλία από τη Νάπολι, έκανε τα δύσκολα: άνοιξε το σκορ και έδωσε και άλλη μια ασίστ στο 4-1. Στα ημιτελικά πέτυχε το γκολ της νίκης επί της Μπαρτσελόνα και έπαιξε για όλους όταν η ομάδα του έμεινε με δέκα παίκτες στο «Καμπ Νόου». Στον τελικό τα ξέρετε. Ακόμα και τα σφάλματά του, το πέναλτι στον Μέσι και το πέναλτι στον Ριμπερί ήταν στοιχεία που ομόρφυναν την πλοκή. Ο Ντρογκμπά για πολλούς φάνταζε φέτος σαν τον υπερ-ήρωα. Ας πούμε στα μάτια των Μπλαουγκράνα (άρα και των δικών μου) ήταν ένας απροσπέλαστος τοίχος στο «Καμπ Νόου», ως δεξιός μπακ, ως στόπερ, ως ό,τι θέλετε. Ή στο «Στάμφορντ Μπριτζ» έμοιαζε να ταλαιπωρεί τόσο πολύ την άμυνα της Μπάρτσα, που αισθανόσουν ότι εάν κάποιος έβαζε γκολ, αυτός θα ήταν ο δράστης.

Έτσι αποφάσισα στον τελικό  να κεντράρω πάνω του. Υπήρχαν στιγμές που φάνταζε τόσο δεδομένο ότι θα έκανε αυτό που έπρεπε. Μπορώ να θυμηθώ πάνω από δέκα γιόμες α λα Βόκολου προς Κωνσταντίνου, με τον Ντρογκμπά να πηδάει με έναν κολλημένο στην πλάτη του και άλλο έναν αντίπαλο κοντά του για το λάθος κοντρόλ. Ε αυτός ο μπαγάσας κατέβαζε τη μπάλα λες και έπαιρνε ριμπάουντ στο μπάσκετ. Σαν να είχε στήθος με κόλλα, ήξερε πώς να βάλει το σώμα για να πάρει καλύτερη θέση. Με μια Τσέλσι που επί 70 λεπτά έψαχνε απλά το μηδέν, τι άλλο θα μπορούσε να ζητηθεί από τον επιθετικό; Και βέβαια πάρα πολύ τρέξιμο.

Σκεφτόμουν σε όλο τον αγώνα ότι θα ήταν τόσο άδικο να μην το πάρει η Μπάγερν και πως με εκνεύριζε απίστευτα το άστρο της Τσέλσι όλη τη σεζόν του Τσάμπιονς Λιγκ. Έλεγα, όμως, ως αντίλογο ότι αυτό θα έπρεπε να είναι το Κύπελλο του Ντρογκμπά. Βέβαια ομολογώ ότι κάπου στο 80′ βλέποντάς τον να παλεύει μόνος, φώναξα «άντε ρε αγόρι μου έλα στη Μπάρτσα να τους πάρουμε τα σώβρακα» (και αυτό γιατί τη Μίλαν δεν τη σώζει τίποτα ενώ η Γιουνάιτεντ πρέπει να λύσει πρώτα άλλα ζητήματα και μετά του σέντερ φορ). Δεν θα μου μείνει καμία από τις γνωστές εικόνες του Ντρογκμπά στον τελικό. Ούτε το γκολ, ούτε το πέναλτι που υπέπεσε, ούτε το τελευταίο εύστοχο χτύπημα πέναλτι. Θα μου μείνει το αγριεμένο βλέμμα του σε μια -ακόμα- κερδισμένο μονομαχία ανάμεσα σε δύο στα τελευταία λεπτά του αγώνα, όταν κέρδισε φάουλ σχεδόν πάνω στη γραμμή του πλαγίου. Ήταν το βλέμμα του ανθρώπου που ήξερε ότι έχει κόντρα τις πιθανότητες, ήξερε ότι πάλευε σχεδόν μόνος του, ήξερε ότι δεν έπρεπε να του ξεφύγει κι αυτό το τρόπαιο. Προσκυνώ.

Μια μέρα μετά στο Μαρούσι ο Σωτήρης και ο Νίκος, με όποια σειρά και αν μπουν δεν αλλάζει το νόημα, έδωσαν τη δική τους παράσταση. Δια ζώσης πια, δεν ξεκόλλησα τα μάτια από πάνω τους. Ίσως γι’ αυτό ήμουν σίγουρος ότι ο Λυμπερόπουλος δεν ήταν οφσάιντ στο γκολ που πέτυχε -γιατί είχα πάνω του το βλέμμα- ή θεωρούσα δεδομένο ότι ο Νίνης δάκρυσε τη στιγμή της αλλαγής. Ο Σωτηράκης την Κυριακή μου θύμισε τον 16χρονο πιτσιρικά που δεν ήξερε κανείς και έκανε τον Ποπόφ του Αιγάλεω… άλογο. Τότε ασχολούμουν με το ρεπορτάζ του Σίτι και θυμάμαι τον θαυμασμό των παικτών του για τον Νίνη. Κόντρα στην ΑΕΚ ο Νίνης έπεφτε με λύσσα στις φάσεις, έψαξε το γκολ, έτρεχε πάνω κάτω, να μαρκάρει, να πάρει τη μπάλα, να πασάρει, να σουτάρει. Πέραν του συγκλονιστικού αποχαιρετισμού του (και χίλια μπράβο στους φίλους του Παναθηναϊκού) θα μου μείνει η τρέλα του να πάρει τη μπάλα από τον Κλέιτον που ήταν στην απέναντι – αριστερή- πλευρά σε μια αντεπίθεση στο πρώτο ημίχρονο, όταν κουνούσε τα χέρια και χοροπηδούσε περίπου μισό λεπτό για να τον δει ο Βραζιλιάνος. Δεν τον είδε, δεν πήρε τη μπάλα για να σκοράρει στο «αντίο». Μικρό το κακό.

Μεγαλύτερο κακό ήταν για τον Λυμπερόπουλο η ακύρωση του γκολ. Ο «Λύμπε» έμοιαζε συγκινημένος καθώς έπαιζε. Νομίζω ότι μπλέχτηκε στα συναισθήματά του τόσο όσο φάνηκε να εκπλήσσεται ευχάριστα όταν καμιά 30αριά φίλοι του Παναθηναϊκού τον αποθέωσαν μιάμιση ώρα μετά τη λήξη του αγώνα, φεύγοντας από το ντόπινγκ κοντρόλ. Ο Νικόλας δεν ξέχασε ποτέ το Τριφύλλι. Το τίμησε, το σεβάστηκε, ακόμα και όταν σκόραρε εναντίον του. Στην ΑΕΚ αναγκαστικά ή μη έπαιξε το ρόλο του ηγέτη. Την Κυριακή μέσα στον αγωνιστικό χώρο χάθηκε. Εξαιρουμένου του γκολ ασφαλώς. Εκτός από την εικόνα έξω από τα επίσημα του ΟΑΚΑ με την αγάπη που τον περιέβαλαν οι φίλοι του Παναθηναϊκού, θα κρατήσω και μια κλασική κίνηση του όταν με πλάτη στο τέρμα προστάτεψε τη μπάλα, την «έσπασε» στα δεξιά και έκανε κάθετη κίνηση για να την πάρει στον κενό χώρο. Δεν την πήρε ποτέ.

Σπάνια φέρνουμε στο μυαλό μας ποιοι είναι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές. Τούτη η τριάδα μας χάρισε πολλά. Τόσα ώστε να θυμηθούμε τα βασικά.

Be Sociable, Share!