«Αυτή η κούπα θα φτάσει στ’ άστρα»

Την πρώτη και -στα μάτια μου- κορυφαία παρουσία του στον πάγκο του Παναθηναϊκού δεν την πρόλαβα στο ρεπορτάζ. Στη δεύτερη που τον γνώρισα, είχα την τύχη να μάθω τη φιλοσοφία, τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας του κυρίως από τις μαρτυρίες των ανθρώπων που τον ζούσαν καθημερινά στην Παιανία. Για να είμαι ειλικρινής δεν είχα πολλά – πολλά μαζί του. Αλλά εκείνη την Πρωταπριλιά του 2004 ένιωσα μια περίεργη θλίψη στο άκουσμα της είδησης του χαμού του. Μια μέρα συνυφασμένη με το έθιμο του ψέματος, ήρθε η πιο «σκληρή» αλήθεια: ο Γιάννης Κυράστας έφευγε από τη ζωή στα 52 του χρόνια.

Αυτή η ρημάδα η μοίρα έστειλε πολλές χαρές μαζεμένες στον Κυράστα από νωρίς γνωρίζοντας ότι το καντηλάκι που έχει ο καθένας σε μια γωνιά του γαλαξία, είχε μικρότερο χρόνο ζωής για τον Έλληνα τεχνικό. Ως ποδοσφαιριστής μόλις στα 20 του χρόνια έπεισε τον Λάκη Πετρόπουλο ότι αξίζει θέση βασικού στον Ολυμπιακό. Μεγαλωμένος στα εφηβικά τμήματα των Ερυθρόλευκων, ο Κυράστας έπαιξε εννέα χρόνια στους Πειραιώτες κυρίως ως δεξιός μπακ. Πήρε τίτλους, γέμισε χαρές ώσπου το 1981 ο Γιώργος Βαρδινογιάννης τον πήρε πακέτο με τον Μάικ Γαλάκο από τον Ολυμπιακό. Ο Κυράστας είχε έρθει σε ρήξη με τον Νταϊφά και ο Βαρδινογιάννης άρπαξε την ευκαιρία. Στον Παναθηναϊκό άλλαξε θέση. Έχοντας χάσει μέρος της ταχύτητάς του, έπαιξε ως λίμπερο, θέση στην οποία διέπρεψε. Και με το Τριφύλλι πέτυχε πολλά με εγχώριους τίτλους και ευρωπαϊκή διάκριση (στα ημιτελικά του Πρωταθλητριών τη σεζόν 1984-85). Το Νοέμβριο του 1986 πήρε την απόφαση να σταματήσει το ποδόσφαιρο.

Χωρίς χρονοτριβή (λες και κάτι τον έσπρωχνε να προλάβει να πετύχει όσα ήθελε…) έβαλε τη φόρμα του προπονητή. Το πήγε σκαλί – σκαλί με αξιοθαύμαστη σταθερότητα και υπομονή. Αρχή από την πρώτη κατηγορία στο τοπικό πρωτάθλημα Αττικής στον πάγκο του Εθνικού Ελληνορώσων. Το 1988 πήγε στη Δ’ Εθνική με το Μεσολόγγι και την επόμενη περίοδο μεταπήδησε στη Γ’ Εθνική με την Προοδευτική. Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε το 1990 όταν καθοδήγησε τον Εθνικό στη Β’ Εθνική. Επιστροφή στην Προοδευτική και από εκεί το 1992 στον Πανιώνιο της Β’ Εθνικής και το 1993 στον Παναργειακό. Δεν μπορούσε να ριζώσει πουθενά γιατί μονίμως ψάχνονταν. Το 1994 ήρθε η παρθενική του παρουσία στην Α’ Εθνική ως προπονητής του Εθνικού.

Ακολούθησε ο Πανηλειακός ενώ η πρώτη φορά που κάθισε παραπάνω σε έναν πάγκο ήταν στον Πανιώνιο το 1996. Πάλι στη Β’ Εθνική. Μόνο που αυτή τη φορά τον ανέβασε και παρέμεινε. Όχι για πολύ. Μέχρι την 9η αγωνιστική αφού ο Κυράστας παραιτήθηκε και μια εβδομάδα μετά βρέθηκε στον Πανηλειακό. Εκεί ξεκίνησε θαυμάσια με επτά σερί αγώνες χωρίς ήττα έως ότου συνάντησε την πρώην ομάδα του στη Νέα Σμύρνη (σε ένα ματς όπου τον υποδέχθηκαν με όχι και τόσο καλό τρόπο οι φίλοι του Πανιωνίου) οπότε και γνώρισε την ήττα. Στον Πύργο, πάντως, έδειξε δείγματα προπονητή που του άρεσε το επιθετικό ποδόσφαιρο. Δύο μήνες πριν τη λήξη του πρωταθλήματος ο Πανηλειακός φάνταζε ικανός να βγει ακόμα και Ευρώπη. Με ένα απίθανο κλακάζ βρέθηκε στο τέλος να μείνει μόλις τέσσερις βαθμούς πάνω από τη ζώνη του υποβιβασμού. Η διοίκηση του Πανηλειακού τον κράτησε και την επόμενη σεζόν. Την 9η αγωνιστική ο Πανηλειακός ήταν τέταρτος, ισόβαθμος του πρωταθλητή Ολυμπιακού! Έξι αγωνιστικές μετά ο Κυράστας απολύονταν μετά από πέντε ήττες και μία ισοπαλία.

Το μάτι του Γιώργου Βαρδινογιάννη δεν είχε λαθέψει. Την άνοιξη του 1999 φέρνει τον Κυράστα στον Παναθηναϊκό εν μέσω θυελλωδών αντιδράσεων για τον άπειρο στα δύσκολα των μεγάλων ομάδων προπονητή. Ο Τύπος «μιλούσε» για «λευκή πετσέτα». Και αυτός ο αθεόφοβος ο Κυράστας στην παρουσίασή του τόλμησε να αφήσει εκτός τις υποσχέσεις τίτλων. «Δεν υπόσχομαι πρωτάθλημα ή Κύπελλο. Θέλω πρώτα απ’ όλα να γίνουμε ομάδα που θα παίζει καλό ποδόσφαιρο. Και μετά μιλάμε για τίτλους». Ήταν ο πρώτος και θαρρώ ο μόνος από αυτή τη θέση που είπε την αλήθεια. Και το πέτυχε. Ο Παναθηναϊκός έπαιξε εντυπωσιακό ποδόσφαιρο, το καλύτερο εκείνης της χρονιάς και κατά πολλούς το κορυφαίο έως και σήμερα! Πρωτάθλημα δεν πήρε γιατί η παντοδύναμη παράγκα του Κοκκαλιάρη ήταν τότε στα καλύτερά της και παρέδιδε μαθήματα αλλοίωσης της πραγματικότητας.

Με τη νέα τάξη πραγμάτων της άνοιξης του 2000 στην οικογένεια Βαρδινογιάννη αναφορικά με τον Παναθηναϊκό, ο Κυράστας έθεσε εαυτόν εκτός Τριφυλλιού. Πήγε στον Ηρακλή του πανίσχυρου οικονομικά Βαγγέλη Μυτηλιναίου. Δαπανήθηκαν πολλά χρήματα, αποκτήθηκαν πολλοί παίκτες και ο Γηραιός έγινε δυνατός. Μέχρι την 9η αγωνιστική φάνταζε διεκδικητής του τίτλου. Τότε έπαιξε με τον Παναθηναϊκό σε ένα ματς με μπόλικη πόλωση. Οι Πράσινοι είχαν ζητήσει να γίνει ο αγώνας Σάββατο λόγω αγωνιστικών υποχρεώσεων, ο Ηρακλής αρνήθηκε, ο Παναθηναϊκός κατηγόρησε τον Κυράστα, ο τελευταίος δήλωσε φίλος του Ηρακλή και κερασάκι στην τούρτα ήρθε η διαιτησία του Τσαγκαράκη. Τελικά ο Παναθηναϊκός πέρασε από το «Καυτανζόγλειο» (μπροστά σε 20.000 κόσμου) και άρχισε σταδιακά η κατηφόρα του Ηρακλή. Ο Κυράστας δεν τελείωσε τη σεζόν στον Ηρακλή (ανέλαβε αντ’  αυτού ο Αναστασιάδης).

Το Μάιο του 2001 κλήθηκε ξανά από τον Παναθηναϊκό και αποδέχθηκε την πρόκληση. Στην Ευρώπη το Τριφύλλι μαγεύει. Κάνει πέντε νίκες σερί σε προκριματικά και όμιλο Τσάμπιονς Λιγκ, περνάει από την 5η αγωνιστική στην επόμενη φάση και θέτει τις βάσεις για περαιτέρω πορεία με την ισοπαλία κόντρα στην Πόρτο του Ζοσέ Μουρίνιο στο ΟΑΚΑ (βαθμός που θα αποδειχθεί καθοριστικός στη συνέχεια για την πρόκριση στα προημιτελικά). Στην Ελλάδα ξεκινάει αντιφατικά. Ισοπαλία με πολλή γκρίνια στη Νέα Σμύρνη, πεντάρα στον ΟΦΗ, ισοπαλία με τον Ακράτητο στα Άνω Λιόσια, οκτάρα στην Παναχαϊκή! Ακολούθησε ήττα από την ΑΕΚ, νίκη με άγχος κόντρα στον Άρη, ήττα από τον Ηρακλή, ισοπαλία με τον Ολυμπιακό. Αρχές Δεκεμβρίου του 2001 ο Παναθηναϊκός υποδέχθηκε τον ΠΑΟΚ και με την περίφημη διαιτησία Μπριάκου φέρνει την ήττα και τον Παναθηναϊκό 8ο με 12 βαθμούς διαφορά από την κορυφή! Ακολουθεί ένα θρίλερ. Ο Κυράστας παραιτείται, αν και αρχικά γίνεται λόγος για απόλυση. Ο Φιλιππίδης φέρεται να προσπαθεί να τον πείσει να αλλάξει απόφαση, αν και στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει αυτό (φάνηκε και από τη θέση που πήρε την επομένη το αγαπημένο έντυπο της διοίκησης).

«Τέρμα για μένα το ποδόσφαιρο. Πάω για ψάρεμα», είπε ο Κυράστας φεύγοντας. Και όμως το 2003 βρέθηκε κοντά σε μια μεγάλη επιστροφή, αφού στην ΕΠΟ τον είχαν προκρίνει ως αντικαταστάτη του Ότο Ρεχάγκελ. Εκείνο το «διπλό» στη Σαραγόσα επί της Ισπανίας άλλαξε το ρουν της ιστορίας.

Ο Κυράστας αποσύρθηκε ησύχως από τη δράση. Μόνο μια συνέντευξή του στο συνδρομητικό κανάλι είχε «ταράξει τα νερά». Δυστυχώς όταν επανήρθε το όνομά του στην επικαιρότητα δεν ήταν για καλό. Στις 5 Μαρτίου του 2004 εισήχθη εσπευσμένα στο νοσοκομείο, όντας σε κρίσιμη κατάσταση. Έπασχε από τη νόσο Φουρνιέ, όπως ονομάζεται αυτή η σπάνια ασθένεια που προκαλεί νεκρωτική γάγγραινα στα γεννητικά όργανα και εξελίσσεται ταχύτατα με υψηλά ποσοστά θνησιμότητας. Στην περίπτωση του Κυράστα ήταν ήδη προχωρημένο το στάδιο της νόσου. Μία εβδομάδα μετά με την κατάσταση να παραμένει κρίσιμη, υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση και φάνηκε να ανακάμπτει. Στις 19 Μαρτίου βγήκε από την καταστολή ενώ σιγά – σιγά προσπαθούσε να αναπνέει δίχως μηχανική υποστήριξη. Η μάχη έδειχνε να κερδίζεται ώσπου στις 29 Μαρτίου παρουσίασε αιφνιδιαστική επιδείνωση και τρεις μέρες μετά κατέληξε, αφήνοντας πίσω τη σύζυγό του Ρούλα και τις δύο κόρες του Εβελίνα και Βέρα.

Για πολλούς παραμένει ο κορυφαίος Έλληνας προπονητής. Από τους φίλους του Παναθηναϊκού λατρεύτηκε. Τόσο που το σύνθημα «αυτή η κούπα θα φτάσει στ’ άστρα για τον Γιάννη τον Κυράστα» ήταν το κυρίαρχο τις τελευταίες εβδομάδες στη σεζόν του νταμπλ του 2004…

Be Sociable, Share!
  • garroulis

    Δεν παρατήρησες πολύ το κείμενο. Για ξαναδιάβασέ το